Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Αύγουστος


Απέχω τελευταία -το ξέρεις ήδη- αλλά με έτρωγε ο κώλος μου να ποστάρω κάτι, οπότε σκέφτηκα μια που τελειώνει ο Αύγουστος σήμερα να κλείσω με αναδημοσίευση του παλαιότερου Αυγουστιάτικου μου ποστ.

Βζιιιιιν..... ταξίδι στο χρόνο λοιπόν, πίσω στο 2008 και διαβάζουμε το 


Εφτά χρόνια μετά, διαπιστώνω πως δεν τα πάω καθόλου -μα καθόλου- άσχημα...


Και μια φωτό από τον φετινό Αύγουστο, έτσι για να κρατάμε τις ισορροπίες:


Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

Ένα κορίτσι γλύκισμα

Στο πάρκο σήμερα έτρεχε ένα απίστευτο γκομενάκι, αν εξαιρέσεις ότι ήταν βαμμένο σαν να πήγαινε σε γάμο. Μάλλον άργησε κι όλας - γι αυτό έτρεχε.
Λίγο αλητεία δε έβλαψε κανέναν ρε κορίτσΑ.




Βρες ένα κορίτσι γλύκισμα.


"Αποβλακώσου με ένα κορίτσι γλύκισμα με δυο μάτια, τα πιο ομιλητικά της ζωής σου. 
Που δεν έχει πρόβλημα να χαμογελάει 16 συνεχόμενες φορές στο λεπτό, όσο αντέχει δηλαδή, κομμένη μπροστά της η αναπνοή σου, που μιλάει με ενθουσιασμό για τα πάντα, ακόμη και εκείνα που υπό άλλες συνθήκες θεωρούσες χαζά.

Βρες ένα κορίτσι γλύκισμα με χίλια φύλλα παιδικής αθωότητας, πασπαλισμένα με πικάντικη γοητεία, με δυο μάγουλα σαν τα κεράσια που κρέμονται από τα αυτιά της. 

Θα την καταλάβεις από τον τρόπο που σταυρώνει τα χέρια της περιμένοντας στην ουρά. Είναι αυτή που στέκεται με το πιο περίεργο στυλ πάνω στα πέδιλά της, χαμηλώνει τα μπλε γυαλιά ηλίου της και σε περιεργάζεται από την κορφή ως τα παπούτσια.
Είναι το κορίτσι με το φλοράλ φουστάνι, εκείνο που σέρνει μαζί του στη μέση των δρόμων ένα φανταστικό τοκ-τοκ, καθώς περπατά στις μύτες των τακουνιών της.
Είναι αυτή που στέκεται απέναντι από ένα κόκκινο φανάρι με ελαφρά ανασηκωμένη τη μύτη και καθώς τη φυσά το καυσαέριο της πόλης, χαμογελαστή και κουνιστή περιμένει με τα χέρια στη μέση μια νέα συγκίνηση.

Κάθισε δίπλα της. 
Πες της ότι είναι όμορφη η ημέρα, και ας λες ψέματα, είναι ανάγκη να πεις ένα ωραίο ψέμα σε ένα τέτοιο κορίτσι.
Ρώτα την αν θα ήθελε λίγο ακόμη γαλατάκι στον καφέ της.
Βλέπεις; Είναι τόσο εύκολο να πιάσεις κουβέντα με ένα κορίτσι γλύκισμα, μην έχεις άγχος. 

Μίλα της απλά, έξυπνα και ταπεινά, λιγάκι πονηρά σα να της κλείνεις το μάτι και ταυτόχρονα της κάνεις μια μικρή υπόκλιση.
Και κυρίως γίνε αστείος. 
Γιατί ένα κορίτσι γλύκισμα απολαμβάνει μονάχα εκείνους που μπορούν να είναι ανά πάσα στιγμή αστείοι και γοητεύεται μόνο από εκείνους που μπορούν να είναι απλοί και δύσκολοι συνάμα, σα ναυτικοί κόμποι.

Κέρασέ την ένα ποτήρι νερό και καθώς θα χώνει τη μουρίτσα της μες το ποτήρι κοίταξέ την σαν πίνακα: μοιάζει γλυκιά και εύθρυπτη καθώς σε κοιτά, και ύστερα άκου το γέλιο της και βάλτο κατευθείαν στην καρδιά σου.

Αν βρεις ένα κορίτσι γλύκισμα αγάπησε αυτά τα νάζια και τις υπερβολές της, γιατί τούτο το κορίτσι είναι εκ φύσεως ναζιάρα και αν και ξέρει καλά την αλήθεια, προτιμά τις πιο ηρωικές  εκδοχές των ανθρώπων γιατί είναι γενναιόδωρη μαζί τους και της αρέσει να τους βλέπει σημαντικούς και λιγάκι ήρωες. 

Αν βρεις ένα κορίτσι γλύκισμα κράτα το δίπλα σου, διαρκώς, όλο και πιο σφικτά και ρούφα λίγη από τη γενναιοδωρία της. Και όταν τη βρεις να κλαψουρίζει, πάρτην αμέσως μια μεγάλη αγκαλιά, γιατί είναι εύθραυστη πολλές φορές και καμιά φορά νιώθει λιγάκι μοναξιά, ίσως πιο έντονα από άλλα κορίτσια.

Σαν πιάσεις ένα κορίτσι γλύκισμα στα μισά μιας σκάλας κόλλησέ την στον τοίχο και αφού χουφτώσεις με το χέρι σου το δεξί μηρό της, δάγκωσέ την ολόκληρη, από το λαιμό ως το πιο ακρινό δάκτυλο της, γιατί η γεύση ενός τέτοιου κοριτσιού είναι στα αλήθεια γλύκισμα, το καλύτερο που μπορείς να δωρίσεις στον ουρανίσκο σου.

Βρες ένα κορίτσι γλύκισμα. Γιατί το σεξ με ένα κορίτσι γλύκισμα είναι η ίδια η ποίηση.
Και καθώς εκείνη θα αρπάζει το χέρι σου, θα γελάει και θα στρίβει για πλάκα τον καρπό σου έτσι για να δει πόσο ανθεκτικός είσαι στα συναισθήματα, βάλε εσύ αυτή τη φορά τα κλάματα, γιατί και ένας συνηθισμένος άνδρας δικαιούται να γίνει έστω και μια φορά στη ζωή του σπουδαίος ή ηρωικός.

Αν βρεις ένα κορίτσι γλύκισμα φάτο… και αν δεν επιτρέπεται να το φας, επωφελήσου την παρέα του. Γιατί ο ζωγραφικός εξορκισμός ενός άνδρα είναι ένα κορίτσι γλύκισμα."

Βρε τη Νίκη ...

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011

Ημέρες Ραδιοφώνου



Γράφω , αλλάζω, σβήνω, σώζω, ξεκινάω άλλο...
Κάτι θέλω να πω, αλλά καταλήγω να ακούω μουσικές στο ΥΤ.

Σήμερα δεν θέλω να γράψω κάτι, είναι τόσα πολλά που μπερδεύεται το πληκτρολόγιο και η τεντούρα δεν βοηθάει.
Σήμερα αυτό που θέλω είναι να μιλάω με μουσική. Κάτι σαν ραδιόφωνο...

Οχι με στίχους, ούτε με ρυθμούς, αλλά με τη γεύση που αφήνει.
Με κλειστά μάτια, να παίξω με εικόνες, με μνήμες, με τη φαντασία.

Θυμήθηκα λοιπόν τα ραδιοφωνικά μου χρόνια, όταν μετά από μερικούς ανατιναγμένους πομπούς και άπειρα ξενύχτια με Αφροδίτη Μάνου, Μαριτίνα Πάσσαρη, Ηχώ FM, αλλά και πάμπολους πειρατές, αποφάσια να απαντήσω σε μια αγγελία όπου ζητούσαν εκφωνητές για έναν νέο σταθμό.
Πλέον υπήρχε ελεύθερη ραδιοφωνία.

Πρέπει να ήμασταν λίγο μετά το '87, ίσως και το '90 όταν έγινε αυτό και κλήθηκα για δοκιμαστικά.
Βρέθηκα - για πρώτη μου φορά - σε ένα studio κάπου στα Πατήσια.
Τεράστιος χώρος, όργανα παντού, και μπορεί και 150 άτομα να περιμένουμε.

Τα στούντιο - αν δεν έχεις μπει - προκαλούν περίεργη αίσθηση. Η μόνωση τους, οι μοκέτες, οι βαριές πόρτες, η τέλεια ακουστική σου προκαλούν -ας το πούμε- δέος και σε προδιαθέτουν θετικά και σοβαρά.
Εμένα τουλάχιστον.

Επρεπε να διαβάσουμε ένα κείμενο με δύο φωνές. Πρωινή και βραδυνή. Ζωντανή φωνή δηλαδή και μια πιο ζεστή χωρίς όμως να καταλήξει και τσόντα.
Το κείμενο ήταν μια τυπική παράγραφος τύπου "αγαπητοί φίλοι, σας καλωσορίζουμε στην εκπομπή τάδε που παρουσιάζει ο τσοκορέλος, κλπ κλπ"

Από το πρωί, φτάσαμε να νυχτώσουμε οπότε αρχισαν να μας ξεπετάνε οι ηχολήπτες, ενώ μέχρι τότε - είχαμε πλήρη εικόνα και ήχο - έκαναν πλάκα και ήταν χαλαροί.

"Δεσποινίς παρακαλώ, το ξαναλέτε;"
"Δεσποινίς παρακαλώ μετρήστε αργά μέχρι το 10"
"Δεσποινίς, παρακαλώ πείτε το τηλέφωνο σας...."

Με τα πολλά, ήρθε η σειρά μου, τα είπα μία και μόνη φορά και πέρασαν στον επόμενο.

"Θα σας ειδοποιήσουμε"
"Ευχαριστώ - γειά σας"



Μερικές εβδομάδες μετά, με πήρε τηλέφωνο κάποιος κύριος για να συναντηθούμε για τη θέση του εκφωνητή.

Eίχα χεστεί πάνω μου - εννοείται κι όλας!

Πάω στο ραντεβού σε μία κλασσική πολυκατοικία της Μπενάκη.
Με υποδέχεται ένας κλασσικός ευγενικός κύριος της Μπενάκη, καθόμαστε σε ένα κλασσικό γραφείο μιας κλασσικής πολυκατοικίας της Μπενάκη, σβήνουν τα χαμόγελα, σκύβει ελαφρά μπροστά και μου λέει:

(Φαντάσου τόνο ερώτησης, αλλά με περιττό το ερωτηματικό, όντας βέβαιος εκ των προτέρων για την καταφατική μου απάντηση)


"Κύριε Τσοκορέλε, γράφετε ποίηση, ε;"

Βέβαια -σκέφτηκα- "σ' έβλεπα που ερχόσουνα κι έλαμπε η αρχοντιά σου, μα πιο πολύ χαιρόμουνα τα κουνιστά βυζιά σου".

"Εεεεε, ξέρετε όχι...."
Θα μπορούσα να πω και ότι ντράπηκα λίγο, αλλά πάρα πολύ λίγο.

"Χμμμ..." - συνοφρυώθηκε ελαφρά και συνέχισε με την ίδια σιγουριά: "διαβάζετε ποίηση όμως φυσικά."

"Εεεεε, όχι... ούτε διαβάζω."
Τώρα τη βάψαμε. Ούτε ζωγραφίζω, ούτε μπαλλέτο πάω. Λίγο πιάνο μόνο αλλά σε επίπεδο σολφέζ...

Τον είδα και στεναχωρήθηκε. Πραγματικά.
Ξεφύσηξε και με ρώτησε σαν να προσπαθούσε να πιαστεί από κάπου:

"Λογοτεχνία διαβάζετε τουλάχιστον;"

"Οχι." (πιο ξερό και από του Μεταξά)

Θα μπορούσε να σηκωθεί και να βγει στο μπαλκόνι για γιόγκα, αλλά στάθηκε κύριος.
Ακούμπησε πίσω, πήρε διαφραγματικές αναπνοές και είπε:

"Λοιπον Κε Τσοκορέλε, σας διαλέξαμε μαζί με άλλους 3 για εκφωνητές ενός νέου ιδιωτικού σταθμού. Ονομάζεται Μουσικός Γαλαξίας (μετέπειτα Galaxy) και θα παίζει αποκλειστικά μουσική χωρίς ειδήσεις."

Αν υπάρχει εσωτερικό χαμόγελο, πρέπει να είχε βγει έξω και να είχε γίνει φωτοστέφανο πάνω από το κεφάλι μου. Ακου "σας διαλέξαμε"!!!

"Πολύ χαίρομαι. Τι μουσική θέλετε να παίζω;"

Πτωχέ Τσοκορέλλε.... άσχετε μπουρτζόβλαχε των εταιρικών ερτζιανών...

"Μουσική δεν θα επιλέγετε εσείς, αλλά ο ηχολήπτης με playlist, εσείς απλά θα εκφωνείτε κείμενα και θα παρουσιάζετε τα τραγούδια"

Αργόστροφο δε με λές, οπότε συμπλήρωσα "τα οποία κείμενα θα μου τα δίνει ο ηχολήπτης. Σωστά;"

Σωστά!

Πως να σου εξηγήσω, πόσο πολύ άδειασα;
Σαν να σου λέει το κορίτσι των ονείρων σου που επιτέλους βρίσκεις το θάρρος να της μιλήσεις, ότι τα έχει με άλλον και το απόγευμα φεύγει για την Ανταρκτική.

Τα υπόλοιπα χειρότερα: 4 φερέφωνοι εκφωνητές, σε 4 εξάωρες βάρδιες, 7 μέρες την εβδομάδα!
Τι μου λέτε ?!?!

Ενημέρωσα ότι δεν με ενδιαφέρει κάτι τέτοιο και δεν συμφωνώ με καμία παράμετρο και χαιρέτησα με κλασσική ευγένεια της Μπενάκη, χωρίς να μάθω καν τους οικονομικούς όρους.

Ετσι έληξε η μοναδική μου απόπειρα να κάνω κάνω ραδιόφωνο επι πληρωμή.
Ούτε άδοξα γιατί ήμουν στην τετράδα, ούτε άδικα γιατί δεν έχασα τον χρόνο μου σε κούφιες παρουσίασεις.

Απο την άλλη πλευρά όμως, ίσως και ο Πετρίδης να είχε το ίδιο δίλημα κάποτε...

Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

Η κατάρα της Φράου Μπλούχερ.


Ο Πίτσος, τέλος.
Καπούτ. Μπι-ελ-αρ. Πως το λένε;
Οι πέρκες και οι μπακαλιάροι μετανάστευσαν στον αθόρυβο και υπερδιαστημικό Ελ-Τζί της μάνας μου, μαζί με τα γάλατα, τα αυγά, τα γιαούρτια, τις καπνιστές μοσχαρίσιες γλώσσες, τα καπνιστά μπέικα, τα σηκώτια, τις μπριζόλες, τα κοτομπούτια για τις σούπες, τα πατεντο-σακουλάκια κατεψ. λαχανικών για τις σούπες, κλπ κλπ.

Επιπλέον, έφτιαξα μία κτηνώδη πίττα - μητέρα όλων των πιττών -  για να μην χαλάσουν τα υλικά, συν το ότι μαγείρεψα και κάτι νιόκι γαμιστερά, που 'χα φτιάξει και θάψει (κάνει και ρίμα) στην κατάψυξη.
(θα μπορούσα να πω "που 'χα ζυμώσει και χώσει στην κατάψυξη" επίσης....)

Χάθηκε ο κόσμος ρπμ, να τρώω από τα ντελίβερι; Οι μπύρες δε χαλάνε...

(ή και "που 'χα ετοιμάσει και πετάξει στην κατάψυξη."  Μπα...)

Eνα καλό νέο πάντως, είναι ότι το σερβις της αντιπροσωπείας απάντησε Κυριακάτικα στο τηλέφωνο και έδωσα βλάβη. Αύριο με καλούν για ραντεβού και όλα βαίνουν καλώς, ελπίζω.

Επί την ευκαρία, ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου για την συμπαράσταση και να ξέρεις ότι σε λυπήθηκα και δεν έβαλα εξαρχής βίντεο με ψυγεία που ανατινάζονται, πετιούνται από τον 10ο όροφο, τρακάρονται ή πατηκώνονται με βράχους.




Οπότε ναι, θα το επισκευάσω, αν και η 3,5χρονη ανηψιά μου, επιμένει ότι πρέπει να το καθαρίσω. (?!?!)

Το άλλο καλό νέο, είναι ότι ανακάλυψα την αιτία της βλάβης του φίλου μας.
Και εξηγώ:

Κατ' αρχάς το βαφτιστικό του δεν είναι Πίτσος, αλλά Μπος. Γράψε λάθος.
Του ίδιου ομίλου βέβαια, αλλά εμείς θα λέμε ότι έχει γερμανικό αίμα φρέον, για να μην τα ισοπεδώνουμε όλα.
Το ίδιο είναι να λες ότι "όλοι οι πολιτικοί είναι άχρηστοι" με το "οι πολιτικοί που μας κυβερνάνε είναι άχρηστοι";;;
Με το δεύτερο διατηρείς μία ψεύτικη -έστω- ελπίδα, ενώ με το πρώτο καμία!

Συνεχίζω:
Το Σάββατο - μία μέρα πριν τη βλάβη του Πίτσου, είχα πάει στο μανάβη για προμήθειες.
Βασικά, φρούτα ήθελα και κάνα σαλατικό.
Είχε μόνο 2-3 πελάτες, χαιρέτησα την κοπελιά που ήταν στο ταμείο πήρα μια σακούλα και έριξα μέσα ένα τσαμπί παντζάρια. Την άφησα δίπλα στο ταμείο. (μάτσο μήπως; αρμαθιά;)
Πήρα κι ένα πεπονάκι μυρωδάτο, το άφησα δίπλα στην άλλη μου σακούλα.

Είχε μπει ήδη μία γερμανίδα, η γνωστή Φράου Μπλούχερ.
Την έχεις δει παντού. Στα νησιά, στα εργαστήρια πηλού, στα πλανόδια σιάτσου των παραλιών, στις μαρίνες, στις κρεπερί.
Είναι το γνωστό ψηλόλιγνο καλούπι 55άρας με ενσωματωμένο μαύρισμα, κοντά μαλλιά και άθλια μπλούζα με βαθειά λαιμόκοψη για να φαίνεται το διαλυμένο από τον ήλιο δέρμα της.

Φαντάσου προφορά γερμανίδας τουρίστριας που έχει ερωτευτεί έλληνα στη ρόδο το '80 και από τότε μένει μόνιμα στο Φαληράκι μπιτς.

Πλησιάζει το ταμείο, κρατώντας μια χαρτοσακούλα με μερικές ντομάτες.
"Οι τομάτες απο που είναιαιαι;;;"
"Γειά σας. Απο την Κρήτη." (ευγενάστατη και χαμογελαστή η πωλήτρια. 10' (με τόνο))
"Κγήτη?!?!"  πιάνει το κεφάλι της με το ένα χέρι σαν τη Μήδεια όταν σκότωσε τα παιδιά της και συνεχίζει:
"Από που Κγήτη?"

Έχω γυρίσει προς το μέρος της και είναι σαν να βλέπω την Κονιόρδου στην Επίδαυρο.
Οι θεατές έχουν βουρκώσει και ακούμε μαγεμένοι τα νυχτοπούλια στους λόφους γύρω από το αρχαίο θέατρο.



"Από Λασίθι" απαντάει η πωλήτρια (ναι, καλά...)
"Λασίθιιιιι?!?!?!" και ανεβάζει και το άλλο χέρι. "ΑΑΑααααααργκχκχκχ ντόιτσε βέλλε" και κάτι σπαραξικάρδικα γερμανικά, αφήνει τη σακούλα στον πάγκο και πάει ξανά έξω στα καφάσια μυξοκλαίγοντας.

(Η πωλήτρια ανέκφραστη. Σαν οδηγός τρόλλεϋ.)

Θα 'χει φυτοφάρμακα στο Λασίθι σκέφτηκα, αλλά κι αυτή γιατί δεν ψωνίζει από καμιά βιολογική λαϊκή, τουλάχιστον να τα τρώει μεν, αλλά με μέτρο;
Τελος πάντων συνέχισα να χαζεύω τα σαλατικά, τσιμπάω κι ένα κουβαδάκι με μούσμουλα, το πάω κι αυτό δίπλα στα άλλα μου πράματα. ( ή κεσεδάκι; )

Εκείνη τη στιγμή η Φράου Μπλούχερ είχε πλησιάσει με άλλο ένα σακούλι, με κεράσια αυτή τη φορά.
Τίποτα δεν θα ήταν όπως πριν ξανά.

Καρπός στο μέτωπο και πάμε:
"ΑΑΑααααααργκχκχκχ ντόιτσε βέλλε, μου πήγατε τα πγάματα μου. Που είναι τα πγάματα μου; που ειναι τομάτες μου; ΑΑΑααααααργκχκχκχ..."
"Κυρία μου δεν τα πήρε κανείς, τα αφήνουν οι πελάτες στον πάγκο όπου να 'ναι και μπερδεύονται τα πράματα σας με των άλλων. Δεν σας τα πήρε κανείς, απλά μπερδεύονται."
Με γερμανική χάρη η Φράου Μπλούχερ άφησε την σακούλα της και ξαναβγήκε έξω. Τα SS είχαν στήσει τους χωριανούς στον τοίχο και ήταν έτοιμη να πατήσει την σκανδάλη του πολυβόλου.
Αν μπορούσε θα υπέγραφε εκείνη επι τόπου την οικονομική καταδίκη μας, για να εκδικηθεί που της "μπεγδεύαν τα πγάματα", τα γουγούνια!


Εν τω μεταξύ ο οδηγός ανέκφραστος!
Αφού την κοιτούσα για να ρίξω συνομωτικό βλέμα και δεν κούνησε βλέφαρο.
Ρομπότ μοντέλο 580 - σκέφτηκα και άφησα μια χαρτοσακούλα με μερικές ντομάτες υδροπονικής καλλιεργειας δίπλα στις άλλες μου σακούλες.

Βασικά τις πήρα για πείραμα, γιατί νόμιζα ότι τέτοιες καλλιέργειες έχουν μόνο στο διάστημα.


Στήνομαι λοιπόν μπροστά στην πωλήτρια: "Είμαι έτοιμος!" της λέω.
Τότε μου γελάει και πιάσαμε μία μονόλεπτη κουβέντα ίσα να μου κάνει λογαριασμό. για την καημένη τη Φράου Μπλούχερ.
Για το πόσο δύσκολο είναι για έναν ξένο, να συνηθίσει την γραψαρχιδιά των ελληνων, μπλα μπλα μπλα,  που ακόμα και στον μανάβη καταφέρνουν να τα κάνουν πουτ@ν@ και να μπερδέψουν τα πράματα τους, ξαναμπλα μπλα μπλα.
Συμφώνησα - προφανώς - και συμπλήρωσε πως ακόμα και η ίδια που ο πατέρας της είναι από την Πόλη, όχι μόνο νιώθει την διαφορά στην κουλτούρα, αλλά διαπίστωσε ότι θέλει και κόπο να το συνηθίσεις.

"Θέλει και κόπο να το ζήσεις" συμπλήρωσα, πλήρωσα και έφυγα.
(συνηθίσεις - ζήσεις - συμπλήρωσα - πλήρωσα. διπλή ρίμα - τριπλή αξία λέξης!)

Οταν έφτασα σπίτι και έβαλα τα ψώνια στον Πίτσο, είδα ότι εκτός από τα πατζάρια μου, τα μουσμουλα, το πεπόνι και τις υδροπονικές ντομάτες, είχα και μια χαρτοσακούλα με τομάτες από το Λασίθι, αλλά και μία με κεράσια....

Πολύ πεγίεγο...

Καπγιανού τα πγάματα θα πεγδέφτηκαν μάλλον...

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009

Μία και μόνη μέρα.

Ξυπνάς νωρίς.
Από το φως.
Τεντώνεσαι και όλα σου τα άκρα πιέζουν ταυτόχρονα τα πλαϊνά του αντίσκηνου.
Είσαι μόνος σου.
Βλέπεις στο φως να κυλάει σε σταγόνες η πρωινή υγρασία.
Ξεσκεπάζεσαι από το τσαλακωμένο σεντόνι, καλύπτεις τα μάτια με το χέρι και χουζουρεύεις.
Αφουγκράζεσαι έξω.
Ακούς μόνο φύση.
Ανοίγεις το πλαινό νάυλον και αφήνεις μόνο τη σίτα.
Γυρνάς στο πλάι και χαζεύεις έξω.
Οι σκιές είναι μεγάλες, πρέπει να είναι πολύ νωρίς.
Βλέπεις τις πέτρες από τη χτεσινοβραδυνή φωτιά, ένα άδειο μπουκάλι από χύμα κρασί.
Στο βάθος ακούγονται γλάροι. Ισως γυρνοβολάνε σαν όρνια πάνω από κάνα καίκι που καθαρίζει τα δίχτυα του, ίσως παίζουν σαν τον Ιωανάθαν.
Ο αέρας ακούγεται στο φύλλωμα των κέδρων, και το ίδιο διακριτικά μυρίζει και το ρετσίνι τους.
Βάζεις γυαλιά και βγαίνεις έξω.
Τεντώνεσαι και πας στη θάλασσα.
Το κολπάκι είναι πολύ μικρό, πολύ ήρεμο, η θάλασσα το ίδιο και είσαι μόνος σου.
Πας μέχρι το γόνατο και αφήνεσαι να πέσεις μπροστά με τα χέρια ανοιχτά.
Μένεις εκεί για λίγο και μετά κάνεις το πρώτο μακροβούτι της ημέρας.
Το νερό δροσερό και διάφανο.
Ο βυθός τυρκουάζ από το ψιλό λευκό βότσαλο.
Τα βράχια στα πλάγια καταπράσινα από κέδρους, κάπαρη και σκίνους που κρέμονται, καλύπτουν μικρές ανήλιες σπηλιές, ίσα να χωθεί μια μικρή παρέα.
Βγάινεις έξω και ξαπλώνεις ανάσκελα στο μαλακό βότσαλο.
Ο αέρας στεγνώνει τη θάλασσα πάνω σου και ανατριχιάζεις. Δεν έχει πιάσει η ζέστη ακόμα.
Γυρνάς στο αντίσκηνο για καφέ.
Πίνεις μισό μπουκάλι νερό - πρέπει να ξαναπάς στη πηγή πριν το μεσημέρι και να το αφήσεις στη σπηλιά με βρεμένη πετσέτα.
Σκαλίζεις τα χτεσινά αποκαίδια και βρίσκεις θράκα.
Συμπληρώνεις με κλαδάκια και σε λίγο έχεις φλόγα. Αρκετή για να ψήσεις ένα καφέ.
Στρίβεις ένα τσιγάρο μπόλικο, το ανάβεις στη θράκα και πίνεις τον καφέ από το μπακιρένιο μπρίκι.
Ησυχία.
Στον ορίζοντα τίποτα. Οι γλάροι σιωπήσανε.
Κλείνεις το αντίσκηνο, τσεκάρεις τα σχοινιά του, και πιάνεις το ψαροντούφεκο.
Εναν γρήγορο έλεγχο σε βέργα, φτεράκι και λάστιχα, ένα φτύσιμο στη μάσκα, πέδιλα και ξεκινάς για τον κάβο στα δεξιά.
Ολο το κόλπο είναι να έχεις τον ήλιο πίσω σου και να αναπνέεις βαθιά και αργά.
Δεν αργεί ο πρώτος σαργός, ακολουθεί ένας χαζός σκάρος και η ψαροβελόνα συμπληρώνεται τελικά και με ακόμα ένα ψάρι, άγνωστο μέν αλλά τροφαντό δε.
Χτυπάς μόνο ότι θα φας, και σήμερα θα φας καλά.
Ο ήλιος ανεβαίνει σιγά σιγά, έχεις καθαρίσει τα τρία ψάρια, τα έχεις αφήσει σε σακούλα στη σπηλιά και πας για νερό πριν μεσημεριάσει.
Πας μέχρι τη πηγή, βαθειά στο ποτάμι που βγαίνει στο διπλανό κολπάκι. Δεν έμεινες εκεί όμως γιατί ήταν τίγκα στο κουνούπι.
Γεμίζεις νερό και ρίχνεις και μια ξάπλα στις λούμπες που σχηματίζει η κοίτη. Ωραία δροσιά.
Γυρνάς και ο ήλιος έχει ανέβει ψηλά.
Κρύβεις το νερό στη σπηλιά και βουτάς στη θάλασσα.
Ξαπλώνεις βρεμένος στο βότσαλο, κάτω από τη τέντα από ξύλα και κλαδιά.
Τα πόδια σου εξέχουν από τη σκιά και τα θάβεις στα βότσαλα.
Μάλλον σε παίρνει ο ύπνος εκεί και τινάζεσαι απότομα.
Κοιτάς τριγύρω, αλλά είσαι μόνος σου.
Βουτάς στη θάλασσα με τη μάσκα.
Διάφανο, δροσερό, απογευματινό μπάνιο. Εντοπίζεις μερικά ακόμα θαλάμια για το αυριανό ψάρεμα και φτάνεις μέχρι την καταπράσινη ξέρα.
Σκαρφαλώνεις έξω και χαζεύεις από μακριά την παραλία.
Ενα μικρό κολπάκι, κάτω από απότομα και κατάφυτα βράχια, λευκό βότσαλο, τυρκουάζ νερά, το αντίσκηνο σου, ένα παρεό απλωμένο λες και κάνεις σινιάλο βοήθειας στα πλοία, αν ποτέ περάσουν μπροστά του, και τίποτε άλλο.
Πετάς τη μάσκα στο νερό και μετά βουτάς με τα πόδια από τα βράχια.
Τη πιάνεις πριν πάει στον βυθό και συνεχίζεις με μακροβούτι για όσο αντέχεις.
Φτάνεις στην ακτή και ξαπλώνεις μισός μέσα, μισός έξω να σε κουνάει ο κυματισμός της παραλίας.
Σιγά σιγά σε γυρίζει , σου παίρνει πόδια, χέρια, δίνεις μία κάνεις μια ακόμα βουτιά και βγαίνεις έξω.
Στρίβεις ένα τσιγάρο ακόμα και το φχαριστιέσαι μετρώντας τα κύματα. Ησυχία.
Χώνεσαι πάλι στο ποτάμι να μαζέψεις ξύλα για το βράδυ.
Δεν θες πολλά, ίσα να ψηθούν τα ψάρια και ένα μεγάλο μετά για να κρατήσει η θράκα μέχρι το πρωί.
Συμμαζεύεις λίγο τις πέτρες και ετοιμάζεις τη φωτιά.
Μέχρι να κάτσει έχεις ξεπλύνει τα ψάρια, τα αλάτισες και τα απλώνεις στη σχάρα που στηρίζεις ευλαβικά σε πέτρες.
Αυτή η μυρωδιά του ψαριού που έπιασες εσύ, να ψήνεται σε φωτιά που άναψες εσύ, σε παραλία που ανακάλυψες εσύ, είναι απίθανη.
Ο ήλιος πέφτει σιγά σιγά απέναντι σου και βάφει τα πάντα βαθύ πορτοκαλί.
Τα ψάρια είναι έτοιμα και ένα ένα φτάνουν στον προορισμό τους. Το πιο νόστιμο είναι ο σαργός τελικά.
Ξεπλένεσαι στη θάλασσα, και αράζεις δίπλα στη φωτιά να χαζεύεις το κόκκινο που εξαφανίζεται, τον ουρανό που σκουραίνει και τ΄άστρα που εμφανίζονται το ένα μετά το άλλο.
Αφουγκράζεσαι το κύμα που δεν το βλέπεις πια, τα νυχτοπούλια από τα βράχια πίσω σου, τα τριζόνια και τους γρύλους που ξεκινάνε γιορτή.
Πέφτει κάνα αστέρι που και που, αλλά αφήνεις τις ευχές για κάναν άλλο που τις χρειάζεται.
Δεν έχεις καμία απολύτως αίσθηση του χρόνου.
Μόνο τα αστέρια που μετακινούνται στο θόλο.
Στρίβεις ένα τσιγάρο, σηκώνεσαι και πας στην ακροθαλασσιά.
Εκεί που γλύφει το κυματάκι φωσφορίζει το πλανγκτόν. Βγάζεις το παρεό και μπαίνεις σιγά σιγά μέσα στο νερό.
Το πλανγκτόν λαμπυρίζει πάνω σου και ανάβει την πορεία σου μέσα στο νερό.
Κάνεις ένα σκοτεινό μακροβούτι ταράζοντας τα νερά όσο μπορείς και φεγγοβολούν τα πάντα γύρω σου. Επιπλέεις ανάσκελα και εκατομμύρια αστέρια σε κοιτούν.
Γελάς δυνατά, δακρυσμένος από χαρά και ομορφιά.
Κρυώνεις και πας πάλι στη φωτιά.
Δυο γουλιές κρασί και ξεχύνονται τα αρώματα του στον ουρανίσκο και τη μύτη. Πριν σβήσουν ανακατεύονται με τα αρώματα των κέδρων και της βλάστησης στα βράχια, των ξύλων της παραλίας και των αλατισμένων βράχων.
Τα αστέρια μετακινούνται σταθερά. Βρίσκεις τον πολικό, που δείχνει τον βοριά πίσω από τον κάβο.
Παρατηρείς ότι το μυαλό σου δεν σκέφτεται τίποτα, αλλά αυτό δεν προκαλεί σκέψεις.
Είσαι χαλαρός, νιώθεις όμορφα.
Στηρίζεσαι στον αγκώνα σου και γυρνάς τη πλάτη στη φωτιά.
Βλέπεις το φως από τις φλόγες να παίζει στα βράχια, φτιάχνοντας σχήματα που χορεύουν.
Μπορείς νομίζεις, να ξεχωρίσεις γνώριμες φιγούρες.
Που και που πέφτει κάνα πετραδάκι από τα βράχια. Πουλιά που φωλιάζουν ή σαύρες. Η μόνη σου παρέα.
Τα άστρα έχουν αλλάξει πάλι θέση.
Πρέπει να σε πήρε ο ύπνος για αρκετή ώρα.
Η θάλασσα είναι λάδι, έχει ένα πολύ ελαφρύ αεράκι, η φωτιά σιγοκαίει δίπλα σου, αλλά και μέσα σου.
Σε παίρνει ο ύπνος και για απόψε.

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2008

Αύγουστος η ψυχή του ανθρώπου



Να 'σαι λέει στην αιώρα, κρεμασμένος κάτω από την καλαμένια πέργολα.

Με το ένα χέρι να βαραίνει από το τσιγάρο και το άλλο ίσα να φτάνει την καρέκλα που βρίσκεται η μαργαρίτα σου. Η σαγιονάρα να κρέμεται από το ένα δάχτυλο...

Ακούς ανελέητο καφεντελμάρ και μποσανόβες, το απόλυτο τίποτα... έχεις χυθεί σωματικά, πνευματικά και ψυχολογικά. είσαι απόλυτα χαλαρός, πως το λένε;

Μπροστά σου κυλάει το κάβο ντ' όρο. περνάνε φορτηγά πλοία από τον βόσπορο, που ποιος ξέρει που πάνε και πότε θα φτάσουν. Τα κοιτάς με τα κυάλια, αλλά είναι τα φτηνά τα ρώσσικα και δεν διαβάζεις το όνομα. και δεν παίζει και ρόλο κι όλας...

Απέναντι από το στενό είναι η Εύβοια και ο ήλιος δύει πίσω της όπου να ναι.
Τα πάντα είναι πορτοκαλί - σου ρχεται ένας συνειρμός αν θα βάψεις στα χρώματα της ΚΤΜ το καρότσι για τα χώματα - και τα γυαλιά ηλίου δεν χρειάζονται πλέον.

Να πίνεις άλλη μια γουλιά, να μη σου μιλάει κανείς, να μη σκέφτεσαι τίποτα, παρά μόνο κάτι περαστικές σκέψεις, που ούτε που θα θυμάσαι ένα δευτερόλεπτο μετά.


δίνεις μια με το χέρι και κουνιέσαι....

Φυσάει αεράκι κυκλαδίτικο, ένας σκατζόχοιρος έχει βουτήξει στην ξεχασμένη από χτες σακούλα με τις καρπουζόφλουδες.

Ισα που βλέπεις πια... πέφτει σκοτάδι και ο ουρανός είναι ο μισός βαθύ πορτοκαλί κι ο υπόλοιπος βαθύ μπλε. Φαίνονται τ΄ αστέρια ώρα τώρα..

Ανάβεις τα φαναράκια και αράζεις στην πάνινη καρέκλα, με μια γαβάθα φρούτα.

Ανοίγεις τις Αόρατες Πόλεις του Καλβίνο για πολλοστή φορά και ταξιδεύεις μαζί με τον Μάρκο πόλο και τις αφηγήσεις του στον μεγάλο Χάν.

Που και που, κλείνεις το βιβλίο και κοιτάς τριγύρω.

Ολα μένουν ίδια. η ίδια μουσική, η ίδια θέα, τα αστέρια αλλάζουν λίγο θέση μόνο αργά αργά.

Βλέπεις τα φανάρια από τα καράβια - στα είχανε εξηγήσει στην ιστιοπλοΐα αλλά όσο κι αν προσπαθείς να θυμηθείς τι σημαίνουν, δεν έχει μείνει κανένα κύτταρο όρθιο που να μπορεί να σε βοηθήσει.

Αφουγκράζεσαι στον αέρα της νύχτας, τα κουνάβια και κάτι πρόβατα που γυρνάνε στο μαντρί τους.

Ξαναπέφτεις στο βιβλίο.

Παίρνεις το τσιγάρο από το τασάκι και το ξανανάβεις. Μια τζούρα και το αφήνεις πάλι.

Η αιώρα κουνιέται από τον αέρα, τα φαναράκια επίσης.

Δεν έχεις τηλεόραση. Μόνο βιβλία και μουσική.

και θέα.

και θάλασσα.

και ουρανό.


αμήν.



Πέμπτη 15 Μαΐου 2008

Γουαλαντακαλούα


Τι έλεγα; α, ναι! γυρίζει τότε ο Α' μηχανικός και μου λέει: "Πγόοοοσεχε καπετάνιοοοο παγόόόόβουνοοοο!!!"
Τι να κάνω ο έρμος, βγάζω πόδι από τη γέφυρα, ζζζζμπρώχνω το παγόβουνο και τη γλυτώνουμε με ελαφριές γρατζουνιές στα έξαλα του πλοίου.
Πιάσαμε λιμάνι μετά - στης Ιντιας τα φανάρια - και το φτιάξαμε το βαπόρι. Τέτοιο ναύλο ούτε στον εχθρό σου...
Στον γυρισμό είχαμε ένα θεματάκι με τον καιρό και μας έβγαλε δυτικά, προς το τρίγωνο του διαβόλου.
Καταραμένα νερά...
Ειδαμε με τα μάτια μας, γαλέρες κούλικες από άλλες εποχές, να πλέουν με τα ξάρτια λυτά και τα πανιά σχισμένα, και χωρίς μία ψυχή στο κατάστρωμα.
Μόνες στον καιρό, έρμαια του γκάλφ στρημ, καταδικασμένες να ανεβοκατεβαίνουν στα κύματα, μέχρι τέλους... πικρή η θάλασσα όταν θέλει....
Ευτυχώς είχαμε καλό καπετάνιο (εμένα) και μας έβγαλε στο Γουαλαντακαλούα, ένα φανταστικό μέρος. (μη μου πεις ότι προσπάθησες να το προφέρεις)
Το Γουανταλακαλάουα λοιπόν (καλά διάβασες, απλά έχει δύο ονόματα, στο εξής) είναι ένα νησάκι μικρό για τα μέτρα του Ειρηνικού Ωκεανού, που όση γη του λείπει, άλλη τόση ομορφιά έχει.
Κατοικούταν από έγχρωμους ιθαγενείς οι οποίοι ασχολούνταν κυρίως με την οστρακοκαλλιέργεια και τις πέργολες. Ωραίοι τύποι οι Γκουλαντακαλαουκανοί...
Κατεβάσαμε λοιπόν μία λάντζα για να φέρουμε νερό στο βαπόρι και ήρθε και μας βρήκε ο αρχηγός τους, ο οποίος ήταν ψηλός, μπλε, και αδύνατος.
Είχε στα πόδια του ένα ζευγάρι Τίγρεις και δύο τύπους σωματώδεις - μάλλον σωματοφύκαλες ήταν - βεραμάν ο ένας και κρουασάν ο άλλος.
Τον χαιρετήσαμε στη γλώσσα του.
Αυτός μας κοίταξε βλοσυρά, έφαγε τον Κρουασάν και μετά μας έδωσε τον Βεραμάν δώρο, για να μας βοηθήσει να βάψουμε το βαπόρι.
Πήραμε ευγενικά τον Βεραμάν, νερό μέσα σε καρύδες και φύγαμε.
Μας κράξανε λίγο στη Σιγκαπούρη που σκάσαμε πλώρη με το βεραμάν βαπόρι ανάμεσα στις σκούνες και τα άλλα σκουριασμένα σκαριά, αλλά ο καπετάνιος μας (εγώ λέμε) το έδεσε σε μία σκοτεινή άκρη και ευτυχώς γελάγανε μόνο οι λιμενικοί. Με δυο κούτες τσιγάρα τους ξεφορτωθήκαμε όμως.
Το ξαναβάψαμε ένα ωραίο πράσινο της μολόχας, βάλαμε και ένα ουράνιο τόξο στην πλώρη και μας προσέλαβαν κάτι οικολόγοι να μετράμε φώκιες.


Ωραία χρόνια....

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008

Αρωμα ούζου.

Αυτο το είχα ποστάρει στο bikenet μια ηλιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα.


Κάτι μέρες σαν τη σημερινή με πιάνει το ονοφικό μου....

Βάζω νεκρά στα φανάρια και ονειρεύομαι ούζα στο Πόρτο Κάγιο, με φρεσκοψημένο χταποδάκι και γαύρο, τον ήλιο να μου κοκκινίζει το μέτωπο, τη μηχανή να γυαλίζει στον ήλιο παραπέρα και εγώ να ακούω το κύμα στο βοτσαλάκι, γυροσκοπώντας στα πίσω πόδια της ψάθινης καρέκλας.

Ονειρεύομαι, χταπόδια να τυλίγουν σφιχτά τη σκηνή μου στη σχάρα και τον χάρτη πιασμένο με το δίχτι στο ρεζερβουάρ, τσακισμένο σε άλλο νομό, αφού δεν παίζει ρόλο που θα καταλήξω.

Χαλαροί μαγαζάτορες να πίνουν μπύρες μαζί μου, και να λέμε για τον δρόμο που τους έταξαν και ποτέ δεν έγινε, τα παιδιά που φεύγουν για τις πόλεις, τις γυναίκες που δεν υπάρχουν, τον ξάδερφο στην αμερική που 'χει σπίτι με κολώνες δωρικές, τον Τάκη που είχε κι αυτός μηχανή, τον καρχαρία που έπιασαν χτες, ότι να 'ναι...

Ανάβει το πράσινο, και βλέπω ότι έτσι όπως στρίβει ο δρόμος μετά το στάδιο, θα πρέπει να έχει κάνα χωματόδρομο εκεί για την παραλία από κάτω. Κόβω και πάω λες και μόλις το πρωτοκαβάλησα, αλλά δε με νοιάζει. Μυρίζω τα λάδια από το μπροστινό μου DT και φαντάζομαι ότι ακολουθώ ένα πολυκαιρισμένο τρίκυκλο στα στενά του χωριού, φορτωμένο γκαζοφιάλες και σκονισμένες μπύρες για το ταβερνάκι.

Ο κόσμος στα πεζοδρόμια, μάλλον πάνε για τα χωράφια ή να ρίξουν καμιά πετονιά από το μώλο. Παιδιά δεν βλέπω... θα 'ναι σε καμιά αλάνα μάλλον με ματωμένα γόνατα ή θα με περιμένουν κάπου να φωνάξουν όλα μαζί "σούζαααααααα κύριεεεεεεε"...

Σταματάω για τσιγάρα και κοιτάω γύρω γύρω για να βρω το καλύτερο κάδρο λες και θα τραβήξω φωτό-εξώφυλο για κάνα περιοδικό. Πληρώνω τα τσιγάρα μου ρωτώντας πόσους κατοίκους έχει το χωριό και τακτοποιώ ευλαβικά τα ρέστα, σαν να με περιμένουν διόδια.

Ξανακαβαλάω, για να μπω στην κίνηση και ξεκινάω ήρεμα για να μην τρομάξουν οι παπούδες στο καφενεδάκι.

Χαιρετάω τον κόσμο στα αυτοκίνητα, και όταν βλέπω τη Συγγρού μπροστά μου, φαντασιώνομαι γύρω μου αυτοκινούμενα, γλάρους και κιρκινέζια να πετάνε και δεν απορώ που δεν δίνει ο εγκέφαλος σήμα να πάω παραπάνω από 90. Καλύτερα... μπορεί να 'χει γίδια μπροστά.

Χαμογελάω με τα τσαντήρια στον ιππόδρομο, και τις απλωμένες μπουγάδες. Αμα είχα γεννηθεί νομάδας κι εγώ, θα προτιμούσα τις πόλεις, άραγε;

Παρκάρω στη δουλειά δίπλα στους κάδους λες και πάρκαρα δίπλα Στον Πλάτανο και κάθομαι και χαζεύω τη μηχανή, μετρώντας τα μυγάκια στη ζελατίνα και υπολογίζοντας τα καύσιμα. Φαντάζομαι τα υπόλοιπα μηχανάκια σαν τουμπαρισμένες βάρκες που λιάζονται στα βότσαλα και ξεκουράζονται για το επόμενο τους ψάρεμα.

Και ξαφνικά που είμαι;
Καμπουριασμένος μπροστά σε μερικά κουμπιά, μπόλικα καλώδια, υπακούοντας εντολές, οδηγίες, ISO και πολιτικές, αυτοματοποιημέ νος αστός, συζητώντας πράματα που δεν με νοιάζουν στο παραμικρό, δέσμιος παρεξηγημένων δεσμών, ελεύθερος να φαντασιώνω και αρκετά δειλός ώστε να μην εκπληρώνω.
Με άγνωστο σκοπό, άγνωστο προορισμό, μπλεγμένα όνειρα και όραμα θολό σαν από βρώμικη ζελατίνα.




Τουλάχιστον, έχω το άρωμα του ούζου στα ρουθούνια και 24 λίτρα αμόλυβδη για να ξεδιψάσω.
Να πω ένα χταποδάκι ακόμα;
φωτό:Sotirios @ http://www.trekearth.com/members/sotirios/

Σάββατο 15 Μαρτίου 2008

4 Ιανουαρίου 2007 (Love Trip)

Κεφάλι καζάνι, σκέψεις μυριάδες, βγαίνεις από το βενζινάδικο και έχεις άλλα 300χλμ μπροστά σου μέχρι την επόμενη στάση.
Και μετά άλλα τόσα...
Στο μυαλό οι σκέψεις στροφή με τη στροφή ελλατώνονται... περιορίζονται σε αυτές τις αντάξιες της προσοχής σου.

Στον στόχο, να φτάσεις εκεί που υπάρχει αυτή που σε περιμένει. Που κοιτάει ο ρολόι της από το πρωί.
Εκεί που θα σταματήσει ο χρόνος.

Κι οδηγάς...

Κι οι σκιές μακραίνουν, η ζελατίνα αλλάζει, σφίγγεις το μπουφάν στο λαιμό, κλείνεις τους αεραγωγούς του κράνους, το διπλοφάναρο φωτίζει πιο καλά από όσο θυμόσουν, κάθεσαι ένα κλικ πιο πίσω, η μέση αντέχει, η μηχανή γουστάρει...

Κίνηση μηδέν τέτοια ώρα.


Μπορείς να παρατηρήσεις κλεφτά τα αστέρια, ίσως την πούλια.
Είναι η Αφροδίτη - λένε - και βρίσκεται πάνω από τον προορισμό σου.

Τα μάτια ξεραίνονται και δακρύζουν.
Θες ένα τσιγάρο αλλά λυπάσαι τον χρόνο που θα χάσεις.

Σφίγγεις λίγο ακόμα το δεξί χέρι στο γκάζι.

Συνειδητοποιείς ότι δεν σκέφτεσαι τίποτα εκτός από την οδήγηση.
Παρατηρείς τα πάντα, την πούλια, τα χόρτα, τα όργανα, το τέλος των προβολέων σου.
Ωρες ώρες νομίζεις ότι έχεις κάποιον κοντά σου, πίσω σου δίπλα σου δεν παίζει ρόλο. Αρκεί που είναι εκεί και νοιώθεις καλά.

Τρομάζεις σε μία στροφή που γλυστράει και μουδιάζει το στόμα σου.
Κόβεις για λίγο...
σηκώνεσαι όρθιος, ανοίγεις τη ζελατίνα να πάρεις αέρα, ψάχνεις την πούλια, πας καλά.

Ξαναεπιταχύνεις...

Σε κάνα 2ωρο θα φτάνεις, θα βγάλεις εισητήρια για το πλοίο και τότε θα κάνεις ένα απολαυστικό τσιγάρο δίπλα στις πίντες, με το κεφάλι ζαλισμένο από τη φασαρία τα μάτια κόκκινα και τα μέταλλα της μηχανής που συστέλλονται να συνοδεύουν τους ήχους του λιμανιού.

Θα χαλαρώσεις για ένα δίωρο στο πλοίο και ίσως κοιμηθείς κι όλας.

Και να που έφτασες στο πλοίο κι όλας...

Εστειλες μήνυμα - όλα καλά - και σε περιμένει. Θα είναι στο λιμάνι. Σιγά μη κοιμηθείς...

Βλέπεις τα φώτα του λιμανιού από τη γέφυρα, στρίβεις το τελευταίο τσιγάρο κι ο αέρας σου παίρνει τον καπνό από το μισάνοιχτο στόμα μαζί με μισοτελειωμένες σκέψεις, προσωπικές, ανομολόγητες και αόριστες.

Κατεβαίνεις στο γκαράζ, η μηχανή ξεκουράστηκε αρκετά, τακτοποιείς τα πράματα και καβαλάς περιμένοντας να δέσει το πλοίο.

και δένει...

και ανοιγει η πόρτα...

και η πρώτη εικόνα που βλέπεις, είναι η πούλια, τα φώτα της χώρας στο λόφο και μπροστά μπροστά να είναι εκεί και να σε περιμένει ο άνθρωπος που κοίταζε το ρολόι του από το πρωί.

Τώρα χαμογελάει με λαχτάρα και μπορείς να δεις από 200 μέτρα μακρυά τις κόρες των ματιών της να εστιάζουν ακριβώς στις δικές σου.

Τελευταία μιζιά, κουμπώνεις πρώτη, με απαλό συμπλεκτάρισμα κυλάς στον καταπέλτη και σταματάς δίπλα της.

- Γεια σου...

- Καλωσήρθες...