Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2015

Φαράγγια.


Κατά καιρούς έχω διάφορες γεωφυσικές απορίες - όπως τότε με τους αντίποδες -  οπότε για να στο λέω καταλαβαίνεις ότι ήρθε ξανά ο καιρός για άλλη μία.

Η απορία ξεκίνησε με αυτή την ταμπέλα στην είσοδο του φαραγγιού, πριν πολλά χρόνια:



Διαβάζω στο Wikipedia:

Το φαράγγι είναι υδατογενές και εκτείνεται σε μήκος 12 χιλιομέτρων και έχει καταγραφεί στο βιβλίο Γκίνες ως το φαράγγι με το μικρότερο άνοιγμα παγκοσμίως, καθώς με βάθος άνω των 1.000 μέτρων είναι το βαθύτερο φαράγγι του πλανήτη[4]. Το πλάτος του ποικίλλει από 100 ως 1.000 μέτρα. 
Ο παραπόταμος του Αώου, ο Βοϊδομάτης, που διατρέχει το φαράγγι έχει νερό μόνο εποχιακά.

Παρένθεση: 
ο Βοϊδομάτης πήρε το όνομα του από το Σλάβικο voda mat που σημαίνει κάτι σαν νερομάνα, νεροπηγή, πολύ νερό, κάτι τέτοιο... 
Η Βοϊδοκοιλιά όχι - και αν αναρωτηθείς για τη Voda fon ψάξ΄το και πες μου κι εμένα.


(Νταξ, δεν κρατήθηκα και το βρήκα: The name Vodafone comes from voice data fone, chosen by the company to "reflect the provision of voice and data services over mobile phones.")

Γαμάει ο Βίκος δηλαδή!
Το γαμώ τα φαράγγια, που σκίζει τους πάντες, ακόμα και το Grand Canyon.

Tο Grand Canyon...

Διαβάζω στο Wikipedia: (και μεταφράζω)

Το φαράγγι είναι υδατογενές, το περνάει ο ποταμός Colorado κι έχει μήκος 446 χιλιόμετρα (τετρακόΣα σαραντα έξι), πλάτος 29 χιλιόμετρα (εικοσιεννέα) και μέγιστο βάθος τα 1857 μέτρα.


Παρένθεση:
Colorado σημαίνει κοκκινόχρους, από τα κόκκινα πετρώματα του φαραγγιού (πόντος!)

Ανακεφαλαιώνω:

Φαράγγι Βίκου / Grand Canyon
μήκος 12 χλμ το ένα, 446χλμ το άλλο.
μέγιστο πλάτος 1χλμ το ένα, 29χλμ το άλλο.
μέγιστο βάθος 1χλμ το ένα, 1,8χλμ το άλλο.

Να, δες τα στην ίδια κλίμακα, από 340χλμ ύψος:

Ολη η χαρακιά 446 χλμ

Ενα μικρό σχισιματάκι εκεί στο κέντρο.

Στην ίδια κλίμακα υπενθυμίζω...

Παρ όλα αυτά, η ταμπέλα εκεί.

Μπαινω στο site του Guinness Book of Records...

 ψάχνω...

 τίποτα....





Καμία μα καμία σύνδεση του φαραγγιού με τα ρεκόρ γκίνες, μόνο άπειρες αναφορές σε διάφορα sites. Παντού, εκτός από το επίσημο...

Σε ένα από όλα, σε μια αντίστοιχη ερώτηση που έγινε το 2007, έγραφε:

According to the Guinness Book of Records 2005:
"The World's Deepest Canyon" = Vikos Gorge in northern Greece is the world's deepest canyon in proportion to its width, and at one point measures 2950 feet (900 meters) deep and 3600 feet (1100 meters) wide from rim to rim. 
Its depth is an impressive 82% of its width at that cross-section (depth/width ratio=0.82). "Gorges in many countries have higher depth/width ratio, but none are as deep." My research agrees with Guinness, plus I would like to add some comments:
§ A different area in Vikos Gorge is 5,927 feet (1,780 meters) deep, measured from the top of Papigo tower above Vikos village to the small chapel of "Panagia" at the springs, but that spot is wider and has a less impressive (lower) depth/width ratio than the location quoted above in Guinness Book of Records 2005.


Το φαράγγι του Βίκου. (φωτό αλλουνού)
 
Εν ολίγοις, δεν είναι το βαθύτερο αλλά αυτό με τον μεγαλύτερο λόγο βάθος προς πλάτος.

Δεν ξέρω ποιός το σκέφτηκε και πότε, δεν ξέρω γιατί δεν υπάρχει στο επίσημο site, δεν ξέρω γιατί το έγραψα όλο αυτό, αλλά θα το ξανακάνω σε πρώτη ευκαιρία.

Οπότε η προφητεία εκπληρώθηκε, το κυνήγι του θησαυρού τελείωσε, βαρέθηκα κι όλας, Elvis has left the building.

Μουσικούλα: 



Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Αύγουστος


Απέχω τελευταία -το ξέρεις ήδη- αλλά με έτρωγε ο κώλος μου να ποστάρω κάτι, οπότε σκέφτηκα μια που τελειώνει ο Αύγουστος σήμερα να κλείσω με αναδημοσίευση του παλαιότερου Αυγουστιάτικου μου ποστ.

Βζιιιιιν..... ταξίδι στο χρόνο λοιπόν, πίσω στο 2008 και διαβάζουμε το 


Εφτά χρόνια μετά, διαπιστώνω πως δεν τα πάω καθόλου -μα καθόλου- άσχημα...


Και μια φωτό από τον φετινό Αύγουστο, έτσι για να κρατάμε τις ισορροπίες:


Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

Η Βόλτα




Μια φορά κι έναν καιρό, κάπου στα ιντερνετς διάβασα για μια κοπέλα που όταν αποφοίτησε, της έκανε δώρο ένα βιβλίο κάποιος καθηγητής της με την παρακάτω αφιέρωση:

"Γι' αυτά που ψάχνεις σ' αυτή τη βόλτα,
γι' αυτά που κρύβει οταν κλείνεις την πόρτα,
γι' αυτό το φόβο, γι' αυτό το βάρος,
γι' αυτά που θέλεις και σου λείπει το θάρρος,
γι' αυτά που βλέπεις, γι' αυτά που ξέρεις,
και προπαντώς για όλα αυτά που δεν ξέρεις,
άνοιξε τα φτερά σου στον κόσμο με πίστη στον εαυτό σου.

Καλό δρόμο.
Με πολλή αγάπη και εμπιστοσύνη σε σένα."

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Επιστολές Εταίρων


Κάποια στιγμή έπεσαν στα χέρια μου οι "Επιστολαί Εταίρων" από ένα παλιό Ποντίκι, γραμμένες από τον Αλκίφρωνα στα τέλη και τις αρχές του 2ου και 3ου μ.Χ αιώνα.

Οπως σημειώνεται στο βιβλίο των εκδόσεων Ποντίκι, ISBN 978-960-6718-29-8 "ο Αλκίφρων ήταν ο συγγραφέας μίας σειράς επιστολών γραμμένων σε αττική διάλεκτο οι οποίες θεωρούνται υποδέιγματα ύφους στη γραφή. Εχουν διασωθεί 124 επιστολές του, όλες φανταστικές και χωρίζονται σε τέσσερις κατηγορίες: αλιευτικές, αγροτικές, επιστολές παρασίτων και επιστολές εταίρων.
Οι πρώτες δύο αφορούν στη ζωή της υπαίθρου ενώ οι άλλες στη ζωή του άστεως και κινούνται στο χώρο των διασκεδάσεων και το αγοραίου έρωτα."

Ασπασία
Οι επιστολές εταίρων είναι ερωτικές επιστολές (αλλα και πάλι όχι πάντα) γραμμένες υποτίθεται από υπαρκτές εταίρες προς άλλες εταίρες ή προς εραστές τους, όλοι υπαρκτά πρόσωπα παλαιοτέρων όμως ετών και όχι σύγχρονων του Αλκίφρωνα.

Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο:
"Κύριο θέμα των εταιρικών επιστολων του Αλκίφρονα είναι η ανάδειξη πτυχών της λαθημερινότητας μίας ιδιαίτερη κατηγορίας γυναικών της αρχαιότητας. Γυναικών που το κυρίαρχο χαρακτηριστικό τους σε σχέση με τις υπόλοιπες γυναίκες της εποχής τους, ήταν ότι έσπασαν τα ασφυκτικά όρια του Γυναικωνίτη και κινήθηκαν με απίστευτη ελευθερία ανάμεσα στον κόσμο των ανδρών. Μέσα από τις χαριτωμένες ερωτικές δραστηριότητες των εταίρων της αρχαιότητας μαθαίνουμε για τον τρόπο ζωής τους τα προβλήματα και την ψυχολογία του ιδιότυπου κόσμου τους, έτσι όπως αυτός ζωντανεύει από την γραφίδα του Αλκίφρονα."

Τσάκω μία που βρήκα online μεταξύ δύο 'πελατών'.

Ο Μενεκλείδης στον Ευθυκλή
Πέθανε η ωραία Βακχίς, Ευθυκλή φίλτατε, έφυγε, αφήνοντας μου πολλά δάκρυα και έρωτα τόσο γλυκό στο παρελθόν και τόσο πικρό τώρα που τον αναπολώ.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ την Βακχίδα όσος καιρός κι αν περάσει. Πόση συμπάθεια μούδειξε! Υπερασπιζόμενος εκείνη δεν αμαρτάνει κανείς γύρω από τον βίο των εταίρων. Και αν όλες μαζευτούν από παντού και αναθέσουν κάποιο άγαλμα της Αφροδίτης ή των Χαρίτων νομίζω πως θα κάνουν άγια πράξη. Αυτό που λένε πως είναι άπιστες και πονηρές και συμφεροντολόγες, ότι πάντα είναι στο πλευρό αυτού που δίνει, είναι άδικη διαβολή και αυταπόδεικτη, γιατί δεν είναι αιτία κακού για όσους συναναστρέφονται. Έτσι αντιπαρατάσσουν το ήθος τους στην κοινή δυσμενή εντύπωση.
Ξέρεις εκείνον τον Μήδειο από την Συρία που ήρθε κατά εδώ με όλο το υπηρετικό του προσωπικό και τα πράγματά του και της υπόσχεται δούλους ευνούχους και δούλες και κάθε βαρβαρικό στόλισμα. Και όμως, όταν έφτασε αυτός δεν τον ζύγωνε και αγαπούσε να κοιμάται κάτω απ’ το πανωφόρι μου, το φτωχικό και λαϊκό και αρκούνταν στα όσα λιγοστά της έστελνα, αποκρούοντας τις σατραπικές και πολύχρυσες δωρεές εκείνου. Και λοιπόν, έστειλε ακόμη στο διάβολο και τον Αιγύπτιο έμπορο, παρόλο το χρυσάφι που της πρότεινε. Δεν υπάρχει καμιά καλύτερη απ’ αυτήν και κανένας δαίμονας δεν την σπρώχνει στο να προτιμήσει ένα ευδαίμονα βίο.
Και να που μας άφησε κι έφυγε και κοιμάται μόνη στον τάφο η Βακχίς. Άδικο, αγαπημένες Μοίρες. Έπρεπε να κοιμούμαι και τώρα μαζί της, όπως στο παρελθόν. Αλλά εγώ περπατώ, τρώω, και μιλώ με τους συντρόφους, ενώ εκείνη δεν θα με ξανακοιτάξει με τα γελαστά της μάτια, ούτε πονόψυχη και καλή, θα περάσει μαζί μου τη νύχτα με τα γλυκύτατα εκείνα χάδια της.
Χτές ακόμα έβλεπε, μιλούσε, και η ομιλία της έμοιαζε με σειρήνας και το μέλι από τα φιλιά της έσταζε ανόθευτο και γλυκό. Νόμιζα πως είχε απλωθεί στα χείλη της η Πειθώ. Όλα τα είχε επάνω της, λες και είχε ζεστή τα μαγική ζώνη των Χαρίτων για να υποδεχτεί την Αφροδίτη.
Τραγουδούσε τα στιχάκια στις προπόσεις και η λύρα λαλούσε κάτω από τα φιλντισένια δάχτυλά της. Και τώρα αυτή που έμοιαζε με όλες τις Χάριτες κοίτεται σαν άψυχος λίθος και στάχτη, ενώ η φοράδα η πόρνη Μεγάρα ζεί, αυτή που έγδυσε ανηλεώς τον Θεαγένη από την τεράστια περιουσία του κι αυτός πήρε μια άθλια χλαμύδα και ένα τόξο και πήγε στο στρατό.
Η Βακχίς, που λάτρευε τον εραστή της, πέθανε. Προτιμώ να κλαυτώ σε σένα, φίλτατε Ευθυκλή. Είναι γλυκό για μένα να μιλώ και να γράφω για κείνη. Δεν έχει αφήσει τίποτε πίσω της, εκτός από την αγαθή μνήμη της.
Γειά σου και χαρά σου.

Αλκίφρονος Ρήτορος
Βιβλίο Δ’ Επιστολές Εταίρων (Γ’ αιώνας μ.χ)



Εχει εδώ και μια ιστορία για τη Φρύνη.




Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Αι δύο απονομαί (και άλλες ιστορίες)


Η Κυριακή που πέρασε ήταν ξεχωριστή μέρα, για δύο λόγους / δύο απονομές.

Πρώτη απονομή το μετάλλιο τερματισμού στον ημιμαραθώνιο Αθηνών.


Ολοι παίρνουν μετάλλιο - μη τρελλαίνεσαι σα μια φίλη που με πίστεψε όταν της είπα ότι ήρθα δεύτερος.

Πρώτος μου επίσημος ημιμαραθώνιος (21,1 χλμ) αλλά όχι πρώτη φορά που τρέχω τέτοια απόσταση. Τερμάτισα σε χρόνο κάνα τέταρτο περισσότερο από αυτόν που υπολόγιζα, αλλά τα είχα κάνει μαντάρα στις προπονήσεις και δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου.

Τέλος καλό όλα καλά, βρήκαμε το λάθος και δεν θα το ξανακάνουμε. Οχι αυτό, τουλάχιστον.

Θα μπορούσα πραγματικά να σχολιάσω διάφορα για τον αθλητισμό και τη συμμετοχή και το ευ αγωνίζεσθαι και τα κανάλια που δεν ανέφεραν καν τον αγώνα (πλην της ΔΤ που τον έδειξε και μαγνητοσκόπηση) και όλα αυτά τα κομιλφό στερεότυπα, αλλά θα μείνω σε ένα μόνο πράμα.

Τα κωλαράκια.



Δισεκατομμύρια δρομείς γύρω μου -νταξ' 12.000 λένε ήταν- κάνε τις πράξεις και θα καταλάβεις τι γινόταν με τόσα κολάν και τόσα σορτσάκια τριγύρω.
Ηταν μάλιστα η πρώτη φορά που είδα τόσες γυναίκες να γυρνάνε κεφάλια και να κοιτάνε αλοιθωρίζοντας αντρικούς κώλους.
Μόνο που δεν σφυρίζανε.
Ωραία φάση, μέχρι να διαπιστώσω ότι ο ρυθμός που είχα σχεδιάσει δε μου έβγαινε, οπότε κατέβασα διακόπτες και πήγαινα χαλαρά χαζεύοντας τη θέα μέχρι τον τερματισμό.

Είχε πολύ πλάκα να βλέπεις τίγκα στους δρομείς και τα χρώματα την Πατησίων. Και τη Σταδίου, και την Πανεπιστημίου και την Βασ Σοφίας, και την Αλεξάνδρας...

Περνώντας την αψίδα του τερματισμού μας περίμεναν κοπέλες στη σειρά -σαν σε διόδια φαντάσου- αλλά με πάγκους και η κάθε μία μας έδινε με τη σειρά μετάλλιο, μετά νερό, μετά ισοτονικό, μετά μπανάνα και μετά πήγαινες για socializing και διατάσεις.
Εγώ άλλαξα λωρίδα για να μη μου κρεμάσει το μετάλλιο στο λαιμό μια χοντρή που είδα να με σημαδεύει από μακριά -χωρίς παρεξήγηση, αλλά τόσο δρόμο έκανα- και τελικά ο ελιγμός απέδωσε τα μάλα.

Μετά τον τερματισμό, τις διατάσεις, μερικά νερά, ισοτονικά και το σχετικό χαζολόι για τους παραπάνω λόγους, επιστρέψαμε σπίτι για νερά, νερά κι άλλα νερά, μερικά φρούτα, πετσέτα, μαγιώ και ξανακαβάλα το μηχανάκι για την κρύα δροσερή, παγωμένη θάλασσα του Ευβοϊκού, που όμως ήταν ότι έπρεπε μετά τον αγώνα.
Με ντάλα ήλιο, κανονική ζέστη και χωρίς τόσα κωλάράκια πια, η μισάωρη βουτιά ανάμεσα στις θείες που κουτσομπολεύαν ήταν καταπληκτική (δεύτερο μπάνιο έτσι;), αλλά ήθελα επειγόντως καύσιμα, οπότε ξανά σπίτι για περισσότερα νερά, ηλεκτρολύτες, μακαρονάδες, μπριζόλες και ύπνο.

Πρέπει να κατούρησα πρώτη φορά αφού ξυπνησα, κάνα δίωρο αργότερα, στο τσακ για να προλάβω τη δεύτερη απονομή της ημέρας, η οποία αφούσε στην κατάταξη μέσα στην νικητήρια πεντάδα που πήρε μία φωτογραφία μου σε έναν πανελλήνιο διαγωνισμό φωτογραφίας που προκύρηξε ένας δήμος.

Αυτή εδώ.


Ηταν μάλιστα από τις αγαπημένες μου από παλιά, κοσμεί το σαλόνι μου σε μεγάλη εκτύπωση από τότε, και την είχα ποστάρει κι εδώ μέσα δυο φορές παλιότερα.
Το θέμα του διαγωνισμού, ήταν πως με την αντιστροφή του τρόπου που κοιτάμε τα μύρια όσα συμβαίνουν γύρω μας μπορούμε να αντλούμε δύναμη κι ενέργεια και να βλέπουμε τα θετικά.
Εξ ου και ο ψάρακας που πέταξε λοιπόν.

Σε μία σεμνή τελετή (έτσι δε λένε;) ειπώθηκαν πέντε λόγια από τον διοργανωτή κι έφυγα με ένα αναμνηστικό λεύκωμα και το γνωστό μου στραβό χαμόγελο ικανοποίησης και ματαιοδοξίας και μπράβο μου κι όλας.

Τώρα που στα έγραφα όλα αυτά έτρωγα μια μαρουλοσαλάτα με τόνο, με ένα από τα δεκαεννέα μαρούλια που φύτεψα στην ζαρντινιέρα μου.

να'τη, αλλά είναι παλιά και είναι μικρά.
Μεγάλη επιτυχία!
Παίρνεις μαρουλίδια 3 εκατοστά ύψος, τα βάζεις στη γλάστρα με λίγο κοπριά, ποτίζεις κάθε μέρα και σε 50-60 μέρες τρως.
Επρεπε να 'χα βάλει και κάνα μπρόκολο ή θα έβγαινε στους αποκάτω άραγε;
Χωματάκι καθαρό, κοπριά, ούτε ψεκάσματα (που αναγκάζουν τη φίλη μου τη Σ. να πλένει τα μαρούλια με το σφουγγάρι και ava - έλεος!) ούτε τίποτα.

Τώρα αποκατάσταση, μαρουλοσαλάτες και φρικασέ, και φουλ προπόνηση για τον επόμενο αγώνα σε ενάμιση μήνα.

Τραγουδάκι καληνύχτας και πάω καναπέ για ριλάξ:

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Rihanna



"Ασε μλκ, χτες το βράδυ έπαθα πάλι κρίση πανικού. Γαμήθηκα, νόμιζα θα πεθάνω, είχα και το παιδί...."
"Παίρνε με τηλέφωνο ρε συ...."
"Ηταν αργά γι αυτό"
"... παίρνε ρε, μη μασάς, και χαράματα ακόμα."

Μετά τον πλάκωσα στις συμβουλές και τα ζεν, αλλάζοντας διακριτικά θέμα για να αλλάξει κι αυτός εστίαση, αλλά το επανέφερε:

"πάντως ευτυχώς είχα βάλει Rihanna κι ένιωσα καλύτερα."
"!!!"

Και κάθομαι και λέω: Ριάνα;
Μα Ριάνα;;;
Τι σκατά κάνει η Ριάνα για τις κρίσεις πανικού;;;




"Οχι Ριάνα ρε συ

ΒΑ-ΛΕ-ΡΙ-ΑΝΑ !!

βαλεριάνα... "




Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014

Η Πιάτσα


Ηταν στον πρώτο χρόνο ή τους πρώτους μήνες του γάμου.
Κυριακή πρωί, καλός καιρός και πλένει ξυπόλητος τα μπαλκόνια με το λάστιχο και τη σκούπα.
Η γυναίκα του μέσα, κάτι κάνει.

Στο απέναντι μπαλκόνι ένας τύπος καπνίζει ρεμβάζοντας:
Παφα πούφα.

http://www.news.com.au/national/sydney-unit-block-becomes-first-in-australia-to-ban-residents-from-smoking/story-e6frfkvr-1226032417426

Ο δικός μου βρέχει και σκουπίζει : 
Φσσσστ.   Φσσσσσσσσσσσστ.  Φσστ.
ο άλλος :
Πάφα πούφα.

Φσσσστ.   Φσσσσσσσσσσσστ.  Φσστ.
Πάφα πούφα.
Φσσσστ.   Φσσσσσσσσσσσστ.  Φσστ.

Κοιτάζονται και χαιρετιούνται με τα μάτια.
Πάφα πούφα.

Φσσσστ.   Φσσσσσσσσσσσστ.  Φσστ.
Πάφα πούφα.
Φσσσστ.   Φσσσσσσσσσσσστ.  Φσστ.

Ρε φίλε καλημέρα...
Καλημέρα.
Ρε φίλε, σε βλέπω τόση ώρα και κάνεις καλή δουλειά... 
χε χε ευχαριστώ
αλλά να: χαλάς τη πιάτσα ρε φίλε.
χαλάς τη πιάτσα...
...


Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Εξέλιξη των ειδών


Μπαίνω στο καφενείο, τινάζω το μπουφάν, το απλώνω στη καρέκλα, κάθομαι στο τραπέζι της παρέας μου που ήταν ώρα εκεί και ακούω τη φωνή μιας φίλης:

"Καλώς τον! Οδυσσέα, δείξε στον Τσοκορέλο πως κάνει το ζώο που ανακαλύψαμε χτες!"

Ο Οδυσσέας είναι ένας μπόμπιρας πέντε χρονών, από αυτούς που είναι με το σώβρακο στα χιόνια και τη μύξα να κρέμεται μέχρι το σαγόνι, καβαλάνε ελληνικούς ποιμενικούς και τρώνε ωμά σκόρδα αντί για μπισκότα.

Ανησύχησα λίγο είναι η αλήθεια, γιατί η συγκεκριμένη φίλη είναι στη λίστα με τους μόνιμους ύποπτους για τα πάντα, αλλά μόλις ήπια μια γουλιά τσίπουρο ρώτησα:

"Τι θα πει 'ζώο που ανακαλύψαμε', ρε συ;"
"Αααα, πολύ πλάκα: χτες παίζαμε και φτιάχναμε ζώα από διασταυρώσεις άλλων. Οπως το γατόσκυλο, τον κοτσυφομπάμπουρα, κλπ κλπ."

Προφανώς θυμήθηκα τον καμπουρογαμόσαυρο αλλά δεν το έθιξα παρά μόνο ρώτησα τον Οδυσσέα που σερνόταν κάτω από το διπλανό τραπέζι.

"Λοιπόν Οδυσσέα, πως κάνει το ζώο που ανακαλύψατε χτες;"

Αυτός σταματάει...

γυρίζει...

με κοιτάει...

κοιτάει τη φίλη μου....

με ξανακοιτάει...

και τότε....

σηκώνει το κεφάλι ψηλά στο ταβάνι με βλέμα άγριο και βγάζει μια άναρθρη κραυγή που πάγωσε όλο το καφενείο

κάτι σαν "ΑααααΑΑααΑργκγκγκχχχχααΑΑΑααΑααααρρρργγγγγκκρκρκρρ" αλλά που κράτησε δέκα δευτερόλεπτα.


Στο καπάκι γυρίζει προς το μέρος μου και ρίχνει με δύναμη μια ροχάλα που τινάχτηκα μαζί με την καρέκλα μου για να την αποφύγω - τελικά έσκασε στο πόδι του τραπεζιού.
Μου φύγανε τα τσίπουρα, τα γαλοτύρια, όλα.

Εντρομος, γυρίζω στους άλλους -οι οποίοι κλαίνε από τα γέλια με τη φάτσα μου- για να μάθω σοκαρισμένος ότι μόλις βίωσα την κραυγή του Ελεφαντοκάμηλου.

Μάλιστα, Ελεφαντοκάμηλου.

Τι κάνει ο ελέφαντας; Φωνάζει.
κι η καμήλα; Σωστά. Φτύνει...

https://drawception.com/viewgame/WmE9FHhSEN/otter-goes-moo/



Δεν το πιστεύω ότι βρήκα Ελεφαντοκάμηλο στο ιντερνετ...



Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Καλή Χρονιά Μάστορα!


Πηδάω Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιές στο βουνό και φτάνω στα Φώτα που τα πέρασα στο νησί, όπου όχι μόνο τα 'χω πιο πρόσφατα, αλλά θυμάμαι και περισσότερα γιατί καταλαβαίνεις ότι ειδικά τις γιορτές στο βουνό, το τσίπουρο ρέει αφθονο (στις φλέβες) όπως και τα αρωματικά καμπερνέ και οι φρουτένιες ντεμπίνες της περιοχής.

Πολύ μεγάλη πρόταση για να την ξαναδιαβάσω - ελπίζω να βγάζει νόημα.
Αν όχι, κράτα ότι θα σου πω κάτι για το νησί.

ή μπορεί και όχι.

Είχα πάει σε έναν παλιό ερειπιωμένο φάρο "να δω κάτι" - όπως λέμε με έναν φίλο, όταν ο πραγματικός λόγος επίσκεψης κάποιου μέρους είναι απλά μία ενστικτώδης παρόρμηση ή και περιέργεια, χωρίς πιθανό ενδιαφέρον για άλλους, οπότε και με αυτή την ατάκα λουφάρουμε περιττές εξηγήσεις. Σημειώνω ότι έτσι ανακαλύπτεις απίθανα πράγματα, γεγονός που όμως δεν συνέβη αυτή τη φορά.

Να αυτός!
Ωραίος ο φάρος, (μάλιστα είναι ο μόνος με εξωτερική σκάλα) ωραία τα σύννεφα, ο ήλιος, ωραία η θέα, το λιμάνι από κάτω, το πέλαγο είναι βαθύ, η καλύτερη μου, κλίκιτης-κλίκιτης οι φωτογραφίες όταν παρατήρησα το έδαφος που πάταγα, τα ιερά εκείνα χώματα που κουτσουλάνε οι γλάροι και τα κατσίκια.

Τι σου είναι το μυαλό κι οι συνειρμοί του... θυμήθηκα πριν χρόνια που με σύστησαν σε έναν μάστορα. Πετράς, τεχνίτης πέτρας δηλαδή. Καμιά εξηνταριά, σπασμένος, καθόταν σε ένα τραπεζάκι στον ήλιο, έπινε κάτι και μάλλον δεν ήταν το πρώτο του.

"Και δε μου λες μάστορα," ξεκινάω την πρόταση μου και την τελειώνω ρωτώντας τον κάποια αθηναϊκή μαλακία.

Δεν θυμάμαι τι τον ρώτησα, αλλά είμαι σίγουρος ότι θα ήταν κάτι τουριστικό ή/και παιδαριώδες, σαν να ρωτάς έναν μάγειρα αν τα μπιφτέκια εδώ τα προτιμάνε ψητά ή βραστά. Εχω μάθει όμως ότι οι χαζές ερωτήσεις πάντα οδηγούν σε περίεργους δρομους, οπότε και δεν διστάζω να τις κάνω.
Ειδικά σε όσους δεν θα με ξαναδούν.

Με το που ακούει την ερώτηση ο μάστορας σαστίζει λίγο, κοκκινίζει, φουρκίζεται, μία τσαντίλα πλημμυρίζει τα μάτια του, τον βλέπω και έχει ανεβάσει πίεση, θέλει να με βρίσει και κρατιέται.
Εγώ από την άλλη απορώ με την αντίδραση του, αλλά τα παίζω όλα στο κόκκινο και του δίνω πάσα:

"Γιατί θύμωσες μάστορα; Είπα χωρίς να το θέλω κάτι που σε πείραξε;"

Αδειάζει το ποτήρι του, το αφήνει στο τραπέζι και όσο πιο ήρεμος μπορεί, κοιτώντας με στα μάτια με σφιγμένα δόντια και φρύδια, μου σφυρίζει:

"Ο μόνος μάστορας είναι ο κώλος της κατσίκας που κάνει όλες τις βερβελιές ίδιες."

Ναι. Βερβελιές.

Δεν χρησιμοποίησε τη λέξη βερβελιές, αλλά μία άλλη τοπική. Εγώ είχα μείνει πάλι κάγκελο όπως τότε στο σκυλάδικο, αλλά και πάλι πρόλαβαν και με τράβηξαν παραπέρα και έληξε το παρ'ολίγον διπλωματικό επεισόδιο.

Αδοξα...


Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

ΜοναΚΣά


Κατ' αρχάς, μη ξεχνιόμαστε - πας στο προηγούμενο ποστ και ψηφίζεις για να κερδίσω φωτογραφική.
Στα ίσα.

Και τώρα οι ειδήσεις:
Τις προάλλες βγήκα με τον Λεμονοστίφτη "να φωτογραφήσουμε" λίγο στους δρόμους.
Τα " " τα 'βαλα για να το διακωμωδήσω λίγο -έτσι από άμυνα- καθώς είναι μόλις η δεύτερη φορά που το κάνω στη ζωή μου κι ελπίζω να τις εκατοστήσω.

Που να πάμε ρε μλκ;
Πάμε εδώ δίπλα, Κυψέλη - έχει μέρη, έχω ξαναπάει.
Και τι θα τραβάμε; οτι μας κατέβει;
Ναι, αλλά μπορούμε να βάλουμε κάνα θέμα.
Ωραία, να βάλουμε.

Πάμε, παρκάρουμε, περπατάμε.
Είχα να πάω Κυψέλη από τα 95 που 'χα μια φίλη εκεί.
Πήγαινα και πιο παλιά -πιτσιρικάς- γιατί έκανα δυο χρόνια πιάνο σε ένα ωδείο χαμηλά στον Πανελλήνιο, αλλά τα παράτησα νωρίς, μιας που προτιμούσα να βλέπω Βιονική Γυναίκα στις τηλεοράσεις της βιτρίνας του Ραδιο Αθήνα ξαπλωμένος στα καπώ των παρκαρισμένων αυτοκινήτων. Μεγαλείο!
(και γαλλικά έκανα και σχεδόν μπαλέτο αφού ψήνεσαι να κοροϊδέψεις, αλλά άλλη φορά αυτά.)

Κυψέλη που λες...
Η Αγία Ζώνη που βαφτίστηκα, λίγο παρακάτω η Πλατεία Αμερικής που μεγάλωσα (αλλά τώρα που μεγάλωσα αυτή μίκρυνε - παλιά μου φαινόταν τεράστια), το σινέ Στούντιο που είχε τζάμπα παιδικά τα πρωινά των Κυριακών που μάλλον γκρεμίστηκε, κάτι αστικά παρκάκια εδώ κι εκει, εγώ δεν τράβαγα τίποτα -κόλωνα με τόσο κόσμο- ο Λεμ όμως τα πήγαινε καλύτερα.

Σε κάποια φάση μου λέει:
Τι θα γίνει ρε μλκ, θέμα θα βάλουμε;
Τι να βάλουμε "η ψυχή που αναδύεται από το εσώτερο γίγνεσθαι της ασυνείδητης ύπαρξης" ή τίποτα απλό όπως "μοναΚΣά";
Μαλάκα αυτό! Μοναξιά! το πρώτο που είπες.


(Το άλλο δεν συνέφερε κανέναν, γι αυτό αυτός έκανε πως δεν το άκουσε κι εγώ την πάπια.)

Μοναξιά λοιπόν.
Βάλαμε και δεύτερο θέμα "Ευτυχία" μετά, αλλά δεν ασχολήθηκε κανείς.

Μερικά καταναγκαστικά κλικ μετά και δεν είχα τραβήξει πάνω από καμιά δεκαριά φωτογραφίες για σβήσιμο. Εν τω μεταξύ, ο ήλιος είχε πέσει, κρύωνα, είχα σετάρει τη πόκετ σε ISO3200 μπας και γλιτώσω τα κουνήματα και τράβαγα σε Program -κακουχίες σου λέω, άντε ψήφισε με στο άλλο μπας και κερδίσω καμιά φωτογραφική γιατί αλλιώς θα αναγκαστώ να ξεπαραδιαστώ τα Χριστούγεννα.

Μπαίνουμε και σ'ένα προποτζίδικο για Τζόκερ (μισό λεπτό να το τσεκάρω μια που το θυμήθηκα - αν δεν συνεχίσει το ποστ, θα έχω φύγει για Καναδά...


μισό λεπτό...



...



να δεις που το 'χω....




α, ναι, μισό....


....



μμμμμ



....


οχι ρπμ μου, ούτε ένα δεν πιάσαμε)


παίζουμε κι ένα Τζόκερ που λες -μισό ευρώ ο καθένας- με τον ειδικό αλγόρυθμο που υπολογίζει νούμερα από τις ημερομηνίες γέννησης και άλλα αστροφυσικά γεγονότα, σκοτεινιάζει εν τω μεταξύ, έκανε και κρύο, έκανε και πείνα, πήγαμε στο αμάξι, ξεπαρκάραμε, φύγαμε.

Δεν κατάλαβα αν κέρδισα, αλλά τράβηξα αυτή:


"μοναΚΣά"
από χιούμορ, καλά πάμε...

edit 7/12/13
Μια φίλη έστειλε μήνυμα με εναλλακτικό τίτλο:
"Θάρρος"

σωστή!

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

Παρεάκι.


Μόλις καθάρισα δυο ρόδια και τα 'βαλα στο ψυγείο (καμιά ιδέα τι να τα κάνω;) πιο πριν έφαγα fish sticks με ωραία παντζάρια ψητά (κάνουν καταπληκτική μυρωδιά όταν ψήνονται στο φούρνο λόγω υψηλής περιεκτικότητας σε σάκχαρα), κάπως είμαι σήμερα σαν άρρωστος αλλά εντελώς σαν, ακόμα πιο πριν ετοίμασα ζελέ για να ΄χω γλυκάκι (δυο φακελάκια πάντα, σήμερα ανανά αλλά το λεμόνι με γιαούρτι ήταν κλάσεις ανώτερο) βαριέμαι να κάνω οτιδήποτε σήμερα (έβαλα μόνο κάτι πλαστικά ποδαράκια στο τραπεζάκι του σαλονιού για να γλιστράει στο χαλί) κι έχω κάνει λίστα με τις χαζοδουλειές γιατί ο εγκέφαλος τελευταία δεν συγκρατεί πολλά και αναβάλλει άλλα τόσα.

Μου φαίνεται ήρθε η ώρα για να ανοίξει το επόμενο βιβλίο.
Αρκετά με μία μία τις σελίδες.

Και τώρα: κάμπιες.


Μελισσοφάγοι λέγονται αυτοί.









Τώρα αλλάζουμε θέμα:

"Μην παίζεις με το φαί σου"





Σου θύμισε την έκρηξη του Τσάλεντζερ;


Αυτό του Ζέπελιν;


Κι αυτό του Ναγκασάκι;
(όλες από κουνουπίδια, ε;)



Moby Dick
(άσχετο)



αυτά....

Υ.Γ.
Παλιά τα βράδια όταν 'βαριόμουν' έτσι, έμπαινα μόνος στο αμάξι (πάντα αμάξι - δε θυμάμαι ποτέ μηχανή - και πάντα μόνος) κι άρχιζα τις βόλτες μετά μουσικής. Στην αρχή δειλά δειλά ανέβαινα στην Πεντέλη και χάζευα την πόλη με τις ώρες, μετά άρχισα να ανεβαίνω πρώτα Πεντέλη και μετά Πάρνηθα, ύστερα είχαμε Πεντέλη, Πάρνηθα και Υμηττό, μετά έβαλα και θάλασσες τύπου Πεντέλη, Πάρνηθα, Σχοινιά που αργότερα έγινε Πειραϊκή που αργότερα αντικαταστάθηκε από Σούνιο που δεν είχε και κίνηση, (έγραφα 200χλμ και βάλε σε μία νύχτα) το οποίο αντικαταστάθηκε από τη Διώρυγα κι αυτή από Ωρωπό, Χαλκίδα κλπ, μέχρι που άρχισα τα υπεραστικά. Κάποτε που έμενα κοντά στη Ραφήνα και βαριόμουν, ξεκίνησα έντεκα η ώρα το βράδυ πήγα Καλάβρυτα, ανέβηκα στο χιονοδρομικό, κατέβηκα, πήγα σπήλαιο λιμνών, ξημέρωσε κάπου πριν το Λάδωνα, πήρα ζεστό ψωμί από ένα φούρνο και ντομάτες από ένα κλειστό μανάβικο δίπλα, πήγα Ολυμπία, πέρασα Πύργο, Πάτρα και γύρισα πίσω την άλλη μέρα μετά από 15ώρες σερί οδήγημα. Μιαν άλλη φορά με γύρισε η εξπρές από την Υπάτη με διαλυμένο σαζμάν μετά από ολονύχτιους λασπόδρομους - μεγάλη ανωμαλάρα, ποτέ δεν έμαθα τι σκατά γύρευα εκείνο το βράδυ.

Τώρα πια δεν ξέρω αν φταίει το κόστος, μου λέω πάντως κάτι δικαιολογίες τύπου 'μεγάλωσες' και 'βάρυνες' και 'κάθε πράμα στον καιρό του' και 'ότι έχει κανείς καλό είναι' και άλλα τέτοια μικροπρεπή, αλλά δεν με πείθω. Και νομίζω ούτε και μπροθ. Και υπάρχει μια αδιόρατη κούραση και μια διάχυτη στασιμότητα χωρίς όμως να είναι τίποτα στάσιμο, αλλά σα να θέλω να κινούμαι με 350 και όχι με 140, σα μια λαχτάρα ένα πράμα, μέσα μου, στο στήθος, αστα διάλα...


Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

5 βρακιά.


Φωτογραφιάρα!
Πέ(ι)ρα(ια) βρέχει.

Κάτι άλλο ήθελα να σου πω όμως, αλλά το ξέχασα.

Τα 5 βρακιά είναι κωδικοποιημένο μήνυμα για τους Αλλουμινάτι, μπορώ όμως να στο εξηγήσω γιατί ήρθε η ώρα της μύησης σε αυτό το ξόρκι, αυτή τη φράση που ξεκλειδώνει την αρχέγονη γνώση, κληρονομιά των Νεφιλίμ, των Ελοχίμ, των Ελ και του Ντάμπλντορ.

Σημαίνει ένα βρακί για κάθε μέρα, μείον ένα για τη μέρα που ταξιδεύω και μείον άλλο ένα για τη μέρα που επιστρέφω. Αρα 7 μέρες άνετα. Μετά λεκανάκι και στη σόμπα.
Κάλτσες, της ΕΡΤ, τα τρέκιν, μπατόν, φακό, τρίποδο, φορτιστές, το μπιμπ το καλό, πέδιλα και μπότες τα έχω πάνω, μπλουζιά, φλις, σκουφιά, αδιάβροχα, τρεξιματικά, υπνόσακο, σύγλινα, ρολά ωμοπλάτης, κορτεζίνες, πολλά κρασά, πολλά τυριά καπνιστά και σκληρά, ένα βιβλίο, κάστανα και τέλος σοκολάτες για τα μικρά.



Πήγα να αστειευτώ ότι χωρίς παραστατικά κινδυνεύω αν με σταματήσουν, αλλά μάλλον όχι, καθώς θυμήθηκα που με σταμάτησαν κάποτε σε δειγματοληπτικό μπλόκο για έλεγχο λόγω μίας βόμβας 17Ν.

Ανοίγω το πορτμπαγκάζ του φίατ και βλέπουν μέσα:
Μία κουλούρα συρματόσχοινο
Ενα 20λιτρο μπετόνι γεμάτο βενζίνη
Δύο 45άρια σχοινιά
Χύμα υλικά αναρρίχησης, λανιέρες, σετάκια, καρύδια, καραμπίνερ
Ενα πριόνι - αυτό το κίτρινο που κόβει σε dt
κι ένα μικρό τσεκούρι.

Χέζομαι πάνω μου και μου λέει:
"Ευχαριστώ πολύ, καλό βράδυ."

Ιδέα!
Μέχρι να γυρίσω, ταξίδεψε με τη μηχανή του χρόνου που ανακάλυψα.
(έχω φτιάξει και δική μου, αλλά θα στα πω άλλη φορά)

http://www.retronaut.com/

Υ.Γ. 
Τελικά δεν το θυμήθηκα...



edit μια ώρα μετά:
A NAI!!!!

Θυμάσαι που λέγαμε για το photoinspiration;;;

Ε, κοίτα τι βραβεύτηκε...

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Pavlov's dog




Φορούσε μια μακριά λαμέ πουκαμίσα με βάτες, τεράστια ζώνη, παντελόνι φαρδύ πάνω - στενό κάτω (δεν ξέρω πως λέγεται), γόβες, τεράστια σκουλαρίκια, και πολύ κραγιόν.

Πάρα πολύ κραγιόν και πάρα πολύ άρωμα.
Το θυμάμαι από το 1980κάτι, σαν χτες. Ηταν τόσο σοκαριστικό.

Εγώ μέσος άβγαλτος 16άρης, παίζει να φόραγα και μποτάκι του μπασκετ ή τα άλλα τα κρεπ. Αλλά μάλλον ήταν η ροκαμπίλι εποχή μου που σημαδεύτηκε από τιράντες, μπριλκριμ, καρώ πουκάμισα και  κόκκινα converse.

Εν πάσει περιτπωσει, ήταν η πρώτη κοπέλα που γούσταρα πραγματικά, οπότε δε με πείραζε που ήταν σα τσίρκο.
Ασε που το να είναι μαζί μου τέτοιος κορίτσαρος, αρκούσε για να ανεχτώ τα πάντα.

Περπατάγαμε που λες χέρι χέρι στην Πλάκα, μπροστά στη Μητρόπολη ακριβώς, όταν κάτι θα σκέφτηκε. Το κατάλαβα γιατί γύρισε, με σταμάτησε και με φίλησε πολύ παθιασμένα, όσο παθιασμένα γίνεται μπροστά στη Μητρόπολη ακριβώς - αν με αντιλαμβάνεσαι.

Ενα τσούρμο τουρίστες που πέρναγε, μας είδε κι άρχισε να τραγουδάει ομαδικά τη μελωδία του σαξόφωνου από το "Latest trick".
Σα flash mob ήταν - ακούγονταν μέχρι το Σύνταγμα.

Έφτυνα κραγιόν για ώρες και από τότε όποτε ακούω το κομμάτι αυτό, θυμάμαι τη σκηνή.
Και το κραγιόν.

Σαν το σκύλο του Πάβλωφ.
Υ.Γ. 
Δεν είναι η Αφροδίτη. 
Σίγουρο. 
Είναι που ότι θυμάμαι χαίρομαι.

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Παρατηρητικόντρα


Με τα ρεμάλια της 'βόλτας για καφέ', είχαμε βρεθεί στην Κακαβιά για μυστική αποστολή.
(Κακαβιά: σύνορα με Αλβανία)

Πήγαμε, είδαμε το φυλάκιο, πιάσαμε κουβέντα με τους φαντάρους, ακούσαμε ιστορίες και -νύχτα πλέον- γυρνάγαμε προς Καλπάκι μέσω τοπικών επαρχιακών με ψιλόβροχο.

Εχοντας εξαντλήσει όλα τα θέματα -αν και ξέρεις ότι μεταξύ κολλητών τα πάντα είναι ανεξάντλητα καθώς μπαίνουν σε ένα αέναο λουπ- είχαμε πιάσει μία συζήτηση -άτυπη κόντρα- για το πόσο παρατηρητικός είναι ο καθένας μας.

"Εγώ, λέει ο ένας, είμαι κανονικά παρατηρητικός.
Τόσο κανονικά που παρατηρώ ότι πρέπει.
Αλλωστε αν δεν το παρατηρήσω,
πως θα ξέρω ότι δεν το παρατήρησα;;;"

(δεν είπε αυτό-αν και στέκει-, αλλά καταλάβες)

"Εγώ, λέω μέτα, είμαι αλλού παρατηρητικός κι αλλού όχι.
Π.χ, παρατηρώ τα πάντα οδηγώντας και ίσως αποφύγω ένα ατύχημα,
αλλά με τους ανθρώπους παρατηρώ τα πράγματα με δυο χρόνια καθυστέρηση."

(δεν είπα αυτό-αν και στέκει-, αλλά καταλάβες)

"Εγώ, λέει ο τρίτος -που οδηγούσε κι όλας- είμαι τρομερά παρατηρητικός. 
Παρατηρώ τα πάντα συνεχώς και έχω καταπληκτική όραση, παρατηρώ σαν αετός, σα γεράκι και κουκουβάγια τα πάντα συνεχώς και δεν μου ξεφεύγει τίποτα."

(είπε ακριβώς αυτό - κατάλαβες;)

Παρένθεση για να σου θυμίσω:
Νύχτα βροχερή - σκοτάδια - επαρχιακοί.
Ξεπαρένθεση

Εκείνη τη στιγμή, μπροστά μας συμβαίνει το εξής:
Ενα στρατιωτικό ΡΕΟ (φορτηγό) αδειάζει στα δεξιά 4-5 φαντάρους με όπλα, κράνη, νιτσεράδες. Αριστερά έχει μία στάση από ασπρισμένους τσιμεντόλιθους με άλλους 4-5 φαντάρους και μάλλον γίνεται αλλαγή από κάποιο περίπολο.
Οι δεξιοί λοιπόν, περνάνε αριστερά και οι αριστεροί περνάνε δεξιά, και γενικώς έχει γεμίσει ο τόπος φαντάρους κι ένα ΡΕΟ στα δεξιά.

Ο οδηγός μας τότε, περνάει ανάμεσα τους αφρενάριστος και με 60.
Μόλις ξεμουδιάζει ο στόμας μας από την αδρεναλίνη, του λέμε ευγενικά:

"Ρε μαλάκα, τους φαντάρους ρε μαλάκα!!!"

και ο παρατηρητικός-τρομερά παρατηρητικός-που-παρατηρεί-τα-παντα-συνεχώς-αετός-γεράκι-κουκουβάγια φίλος μας, απαντά:

"Ποιούς φαντάρους;"



Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Βόλτα για καφεδάκι.


Υπότιτλος:
"Κουφό Καμάκι, Αλκοόλ Δε Φοβάται"

Περάστε, καθήστε, έχω cookies στο τραπεζάκι, φάτε τα κάποιος γιατί εμένα μου αρκούν κάνα δύο μόνο. Βάζω και καφέ.

Ιστορία:

Μια Κυριακή πρωί, αρκετά έτη φωτός πριν (αν και το έτος φωτός, είναι μονάδα μέτρησης απόστασης και όχι χρόνου νομίζω) χτύπησε το κινητό μου:

Επείγουσα κλήση έκτακτης ανάγκης για καφέ.
Με δύο κολλητούς.
Και μηχανάκια εννοείται.
Εκτακτα!
Ραντεβού κάπου και αναχώρηση για Χαλκίδα.
Ωραία λιακάδα θυμάμαι, καμιά άνοιξη θα ήταν, ίσως και Σεπτέμβρης.
Φτάνουμε Χαλκίδα, ωραία, πολύ κόσμος, καφές, αλλά μια από τα ίδια: γυαλί, μαλλί και παντελόνι Lee, τι βαρετά θεέ μου με το μπουλούκι.
Κοιταζόμαστε - ώρα για ούζα.

Παμε Νέα Λάμψακο στου Περικλή.
Μακελειό, βρωμιάρικο, να πέφτουν κάτω οι τσιπούρες και να τις ξαναρίχνει στη σχάρα, χαμός, τα χτένια να ψήνονται στη σόμπα (άρα είχε κρύο - μάλλον άνοιξη θα ήταν), χταπόδια λιαστά, ούζα, κι άλλα ούζα, ήλιος να μπαίνει από το νάιλον, γιαλιά ηλίου, τάβλα (τι τάβλα;) , τύφλα, ούζα, φέρε, γέλια, φίλοι, σχέδια, απόγευμα.

Ολα φαίνονταν φυσιολογικά όταν ξαφνικά έπεσε μία ρητορική ερώτηση:

"Μαλάκες αύριο έχετε δουλειά;"
"...."
"Εννοώ έχετε δουλειά στη δουλειά; Δεν μένουμε εδώ γύρω το βράδυ και γυρνάμε αύριο;"

(Επρεπε να δεις τις φάτσες μας. Σαν τα σκυλιά που τους τάζεις μεζέ και βόλτα ταυτόχρονα)

ΟΛΟΙ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΚΙ ΕΝΑΣ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ!

Με τα ξίφη μας κάνουμε το σήμα των τριών μεθυσμένων μηχανόβιων, σφυράμε, έρχονται τα μηχανάκια, πηδάμε πάνω τους από τον πρώτο όροφο του σαλούν, και συνεχίζουμε για Ερέτρια προς καφέ και διανυκτέρευση.

Δεν θυμάμαι πως, αλλά φτάσαμε όλοι και μάλιστα μαζί.
Ηταν ανοιχτό μόνο ένα μαγαζί στο λιμάνι στα φέρυ, με έναν μεγάλο Βούδα στη βιτρίνα.

Εδώ έχω χάσει λίγο τη σειρά: ή πρώτα κυνηγουσαμε τρεις τύπισες με ένα ΙΧ πάνω κάτω στην παραλία της Ερέτριας μέχρι που παρα -- αααααα, την άλλη μέρα ήταν αυτό - πάμ' παρακατω.
Η πιάσαμε δωμάτιο πρώτα; γιατί θυμάμαι που αγοράσαμε οδοντόβουρτσες από ένα μινιμαρκετ.

"Γεια σας οδοντόβουρστες έχετε;"

Τελικά πιάσαμε δωμάτιο πρώτα. Ναι, ήταν κολλεξιόν ανοιξη χειμώνας σίγουρα τελικά, γιατί θυμήθηκα ότι παλεύαμε με το κλιματιστικό να πάρει μπρος στο ζεστό, για το βράδυ. Α ρε Αλσχάιμερ...
 Παρκάρουμε κάπου στο ξενοδοχείο τα μηχανάκια (ένα ένα μου' ρχονται), μπαίνουμε στο Βούδα, ένα νες μέτριο , ένα ελληνικό κι έναν μέτριο ακόμα. Νέκρα, τι περίμενες; κάτι καναπέδες, πιάνουμε γωνίτσα, έξω τα φέρυ αρμένιζαν, επεφτε και ο ήλιος σιγά σιγά, ωραία μουσικούλα, θάλασσα, πολύ ρομαντικά τα τρία μας, κάτι λέγαμε για τσιμούχες, λάστιχα και ορειβασίες, κάνα ρέψιμο τις γιαλιστερές και τις γαρίδες, μπαίνουν κάτι σχολιαρόπαιδα, αρχίζει η φασαρία, μπαίνουν κι άλλα, φασαρίζει κι άλλο, δυναμώνει η μουσική, τελείωσε κι ο καφές, παίρνουμε τρεις μπύρες, αρχίζει και βαράει, νύχτωσε, κι άλλες τρεις, έρχονται κι άλλοι μεγαλύτεροι τώρα, και μεγαλύτερες, γαμώ ε;, φώτα, σηκωνόμαστε πάμε μπάρα για καμιά μπύρα, στριμωξίδι, κι άλλες μπύρες, καρότα, αγγούρια, κι άλλες, κολλητιλίκια με τον μπάρμαν, φυστίκια, κι άλλες μπύρες, τυριά και αλλαντικά, γίνεται πλέον της μουρλής, τσιπς, είμαστε ξανά τύφλα, ο μπάρμαν έχει καβαλήσει τη μπάρα για να μας φέρει γαρίδες για τις μπύρες (!!! μλκ γαρίδες?!?!)  έχει σηκώσει τη μπλούζα κι είναι η κοιλούμπα έξω και ούρλιάζουμε όλοι μαζί - ο καθένας για δικό του λόγο - το απόλυτο κενό, απίθανα, παρένθεση:

(χάριν οικογενεικής γαλήνης των φίλων μου θα προσποιηθώ ότι δεν θυμάμαι τον μπάρμαν να έχει  βάλει το χέρι του μέσα στο πουκάμισο ενός σωματοφύλακα και να του χαϊδεύει το στέρνο ξερογλειφόμενος δεν ξέρω για τι, αλλά και ποιός ξέρει τι άλλο δεν θυμάμαι πραγματικά.)

Κλείνει η παρένθεση: ουρλιάζουμε που λες, χαμός, δεν βλέπουμε μπροστά μας, αντε να 'χει πάει 11 η ώρα, με το που γίνεται κι αυτό με τα χάδια, λέμε οκ τον πούλο, σε λίγο θα πέσουμε ξεροί ούτως ή άλλως, πάμε από τώρα για ύπνο. Χαιρετάμε, βγαίνουμε σκουντουφλώντας, χαχανητά, αντροπαρέα, το ένα μέλος της οποίας λέει:

"Ρε μαλάκες, κάνα ελληνικό δεν με πήγατε να ακούσουμε"  και δεν εννοούσε Αρλέτα.

Τυχαία περνάγαμε μπροστά από ένα μαγαζί με φούξια φώτα και απομίμηση κάστρου νομίζω, ή μπλε φώτα και απομίμιση Φούξιας;;; με όνομα  που παρέπεμπε σε Ελληνάδικο, μπορεί να το έλεγαν κι έτσι. Αλλα πιθανά ονόματα είναι Κόλαση και  Καραμούζα.

Ετσι είσαι ρε;
Τον αρπάζω και τον πετάω μέσα.
Ερχεται κι ο τρίτος από πίσω έρπειν.

Μέχρι να συνέλθουν τα μάτια μας από το black light, έχουμε βρεθεί με μία μπύρα ακομα στο χέρι και παραδόξως πως, ο καθένας και σε άλλη πλευρά του μαγαζιού. Το μαγαζί μισοάδειο -είναι νωρίς- να παίζει σκυλάδικα φυσικά, κάτι καμένοι τοπικοί παράγοντες, κάτι τύπισες ότι να ναι, χάλια, το wwf και η greenpeace μαζί, κι η άρτα με τα γιάννενα, κι εμείς τύφλα.
Εντελώς.
Αλλά ο άλλος έκανε παράπονα ότι δεν τον πάμε για ελληνικά.
Κι ούτε που τον έχουμε ξαναπάει απο τότε. Ουτε και πριν.

Εγειρα σε έναν τοίχο, κάπως βρέθηκα και με μια μπύρα, θυμάμαι έναν καθρέφτη, τη μπύρα που δεν ακούμπησα καν,  ένα μεταλλικό μπαρ και ότι μπορεί και να κοιμήθηκα όρθιος σε κάποια φάση. Οι άλλοι μπορεί και να κοιμόντουσαν στο πάτωμα, δεν τους έβλεπα καν. Μετά τους ξέχασα.
Θυμάμαι επίσης έναν μπαρμπα 60άρη, από αυτούς που σε κυνηγάνε με καραμπίνες με το αγροτικό γιατί μίλησες στην κόρη τους, να μου ρίχνει στραβές ματιές.
Ο μπάρμπας ηρθε σε μια φάση μπροστά μου, - λίγο άγριος είναι η αλήθεια -  και με ρώτησε κάτι.

Δεν ξέρω τι με ρώτησε αλλά εγώ άκουσα: "Θέλεις να μου κάνεις καμάκι;"

Προφανώς και άκουσα λάθος, αλλά δεν ήταν το μόνο λάθος.
Αντι να αναρωτηθώ από μέσα μου, αναρωτήθηκα δυνατά.
Και του απαντάω:

(σκυλάδικα τέρμα, εγώ τύφλα, δεν εστιάζω κάν)

"Τι είπατεεε;;; Να σας κάνω καμάκι;" (στον πληθυντικό έτσι;)

Ο τύπος μένει κάγκελο: "Τι είπες ρε;"

Του επαναλαμβάνω πιο καθαρά: "Τι είπατε λέω; Να σας κάνω καμάκι;"

Μα αφού ρώτησε...

Με αρπάζει από το μπουφάν, κάτι ταρακουνήματα θυμάμαι και κάτι φωνές, μετά τη γραβάτα ενός ψηλού (πολύ ψηλού) μπράβου, ο οποίος είπε κάτι διπλωματίες και με συνόδεψε ευγενικά έξω.
Παραδόξως έξω είδα και τους άλλους, οι οποίοι βγήκαν γιατί βγήκα -αλλιώς θα 'ταν ακόμα εκεί- και μάλιστα ισχυρίζονται ακόμα ότι όλη την ώρα ήταν δίπλα μου.

Οταν τους είπα ότι δεν κατάλαβα τι έγινε, μου είπαν ότι ο τύπος νόμιζε ότι την πέφταμε στα κορίτσια του (το ντετόλ, το κλύσμα και τη χλωρίνη μαζί) και με ρώτησε ειρωνικά:
"Παιδιά ήρθατε να κάνετε καμάκι στα κορίτσια;" ή κάτι τέτοιο και εγώ το έκανα ροζ ιστορία...

Τέλος πάντων δεν ήμασταν και σε διεθνή ύδατα ακριβώς, μπροστά στο σκυλάδικο με τους κορίτσαρους και τον αγριεμένο παράγοντα, οπότε φύγαμε λαχανιασμένοι, σκασμένοι στα γέλια και ημιλιπόθυμοι, βεβαιωθήκαμε ότι δεν φαίνονταν τα μηχανάκια εκεί που τα 'χαμε παρκάρει και πεθάναμε στα κρεββάτια μας.

Χωρίς να πλύνουμε δόντια.

Το πρωί της Δευτέρας ήμασταν -φυσικά- χάλια.
Πολύ χάλια.

Λοιπόν όχι - χτες συνέβη: (σορρυ πάνε πολλά χρόνια) Ακου: με το που φτάσαμε Ερέτρια από τη Λάμψακο, εγώ φρέναρα στο βούδα, ο άλλος πήγε ίσα πέρα όπου να ναι, κι ο άλλος που περίσσευε πήγε κόστα κόστα εξερεύνηση για κάτι νησάκια στο βάθος. Ξανακαβαλάω και πάω να τους μαζέψω σαν το τσομπανόσκυλο, ο ένας γλυκοκοίταζε το φέρι μποουτ για κάποιο λόγο κι ο άλλος βρήκε ένα ΙΧ με τρεις τύπισσες, που χασκογελάγανε. Αρχίζει να τις ακολουθάει, πάω κι εγώ, χαρά αυτές που τις κυνηγάνε οι μηχανόβιοι (τρομάρα μας), ματάκια, γελάκια, κόρνες, πόζες, παραλίγο να φάμε και κάτι τούμπες, πάω να φέρω τον άλλονα ο οποίος έχει ταμπουρωθεί μέσα στο φέρρυ, πάμε ρε έχει γκόμενες, βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, πάω πίσω στον άλλο που κοντεύει να μπει μέσα στο ΙΧ, δεν καταλαβαίναμε και πολλά με τόσα ούζα - μη νομίζεις, τον φέρνω μπάινουμε στο φέρυ επειδή ήταν μέσα ο πρώτος, λύνει το φέρρυ, ξεκινάει για Ωρωπό με καθυστέρηση κι όλας γιατί μας περίμενε (μας είχε πάρει χαμπάρι όλος ο στόλος) και τότε αναρωτιόμαστε: "γιατί ρε μαλάκες μπήκαμε στο φερυ μποτ?"

Μετά από κάτι ακαταλαβίστικες συνεννοήσεις και δικαιολογίες του κώλου, πάμε στον καπετάνιο και του ανακοινώνουμε ότι δεν θα βγούμε και θα μας γυρίσει πίσω τζάμπα.
Εντάξει δεν το είχε ξανακούσει, φτάσαμε, βγήκε ένας, έβγαλε εισιτήρια (ούτε οι λιμενικοί και ούτε οι εισιτηριοκόπτες το είχαν ξανακούσει) ξαναγυρίσαμε με το ίδιο, στο δρόμο διασταυρωθήκαμε και με το άλλο φέρυ που ερχότανε με τις τρεις τύπισσες στην γέφυρα να μας κοιτάνε απορημένες κι εμείς να μουτζωνόμαστε σε ζεύγη, χιαστί και εκατέρωθεν. Μετά πήγαμε Χοτέλ και ότι άλλο πάθαμε που σου είπα πριν.

Το πρωί της Δευτέρας λοιπόν, χάλια μαύρα, πήραμε το φέρρυ, περάσαμε Ωρωπό, φάγαμε σούπες, πατσάδες κάπου κοντά στα ψαράδικα, συνήλθαμε κάπως και γυρίσαμε Αθήνα με 60 το πολύ, για να ξεκουραστούμε στα γραφεία μας.

Για OST τούτου του ποστ είμαι μεταξύ Ζουγανέλη που τον ξέρεις,
και αυτουνού, που δεν τον ξέρεις:


Διάλεξε.


Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Ο Εξορκιστής


Το παλιό σπίτι ήταν στον πρώτο όροφο.
Που και που βλέπαμε καμιά γάτα στο μπαλκόνι, που ανέβαινε από τις μουριές είτε από περιέργεια, είτε για να φάει το φαί του Λεφ που το είχαμε έξω.
Το δικό μου δωμάτιο ήταν δίπλα στην κουζίνα ακριβώς και από την καρέκλα του γραφείου έβλεπα και την πόρτα της.

Ξαφνικά βλέπω μία γάτα να περνάει από την κουζίνα προς το σαλόνι, λες και δεν με είχε δει.
Φωνάζω τον Λεφ να γίνει της τρελής μέσα στο σπίτι, αλλά τον είχε κλειδωμένο ο αδερφός μου μέσα στο δωμάτιο του και παίζαν πλεϊστέϊσον, οπότε έκανα ντου στο σαλόνι με τα σώβρακα, η γάτα που είχε μπανίσει τα σοκολατάκια πάνω στο μπουφέ φρικάρει, πηδάει από καναπέ σε καναπέ, κουρτίνες, πάνω από τραπέζια, κάτω από καρέκλες κι επιστρέφει για την έξοδο, μπαίνει στην κουζίνα με κωλιά - εγώ πίσω της κατα πόδας, με κωλιά επίσης φωνάζοντας ψιθυριστά ΞξξξξΞΞΞξΞΞΞΞΞξξξξξξξΞΞ για να μην ξυπνήσω τους άλλους - η γάτα γλυστράει κι αντί να περάσει από τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα, σκάει πάνω της και την κλείνει εντελώς, πανικοβάλλεται, βγάζει νύχια δόντια και φτερά και αρχίζει να πετάει γύρω γύρω μέσα στην κουζίνα καταλήγοντας να προσγειωθεί στη μια φτερούγα του ανεμιστήρα οροφής, πηδώντας εκεί από την κορυφή των ντουλαπιών.
Εγώ πέφτω στα φρένα, βάζω ανάποδα σπινιάροντας, βγαίνω από την κουζίνα και κλείνω την πόρτα πίσω μου ακούγοντας μέσα να πέφτουν και να σπάνε πράματα για ώρα.

Είπα να φέρω τον Λεφ και να τον αμολήσω αλλά θα χρειαζόμασταν και έπιπλα μετά, οπότε αναθεώρησα. Ο Λεφ βλέπεις τρώει τα πάντα με προτίμηση σε γάτες και πουλιά.

Μετά από κάνα πεντάλεπτο ησυχίας πίστεψα πως κατάφερε να ανοίξει την μπαλκονόπορτα και να φύγει καμαρωτή σφυρίζοντας στο ηλιοβασίλεμα.

Παίρνω βαθειά ανάσα, ανοίγω σιγά σιγά την πόρτα της κουζίνας και χώνω κεφάλι για αναγνωριστική:

Μπαλκονόπορτα: κλειστή. (ωχ)
Ανεμιστήρας: καθαρός και κουνιέται ακόμα.
Ντουλάπια: πουθενά η γάτα.
Πάτωμα: ούτε εδώ.
Νεροχύτης, πάγκος: ούτε.
Στη γωνιά πίσω από το ντουλάπι: ούτε.
Που σκατά;

Οπότε βλέπω το γατί να με κοιτάει έντρομο και με την τρίχα κάγκελο σκαρφαλωμένο στο ψυγείο ακριβώς 10 εκατοστά από το κεφάλι μου και αρχίζει τα διαβολικά ΧΧΧΧχχχχ σσΣΣσΨΧχχσσχ χχσσρρρρρρρρρρρ ρχχχρρρρρρσσσσσ


Ξανακλείνω αστραπιαία την πόρτα - στο τσακ γλίτωσα νυχιές.

Τελικά φόρεσα το μπουφάν της μηχανής, κράνος, γάντια, (από κάτω σώβρακο και παντόφλα, σέξι όπως πάντα) άνοιξα πόρτα κουζίνας σαν τον Εξολοθρευτή την έκλεισα πίσω μου, ήμουν πλέον στη φωλιά του Θηρίου-666, καπνοί και φλόγες παντού, κομμάτια από ανθρώπινα μέλη πεταμένα ολούθε, αίματα στους τοίχους, μυρωδιά καμμένου συμπλέκτη και ήχοι απόμακρων ουρλιαχτών, δεν με φόβισε τίποτε από αυτά όμως γιατί είχα την προστασία της Αγίας Τριάδας (Arai, Dainese, Bering) άνοιξα διάπλατα την μπαλκονόπορτα και κάτι πέταξε μπροστά μου σπινιάροντας, με κόκκινα μάτια, φλόγες από το στόμα, πυρωμένα κέρατα και μια τρίαινα στην άκρη της ουράς του.

Ετσι Νίκησα τον Σατανά.

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

The Right Kind of Wife


Οποιος έχει χάπια, ας τα φέρει.

Αυτό που μου τράβηξε αρχικά την προσοχή στην παρακάτω διαφήμιση ήταν τα χρώματα, η ανοιγόμενη οροφή, οι φεγγίτες στο ταβάνι, ο τρόπος που ανοίγει η πλαϊνή πόρτα, ο προφυλακτήρας, τα φλας, τα τάσια, η ασπρη ρίγα στα λάστιχα, τα νίκελ τάσια και οι μόνιμα όρθιοι υαλοκαθαριστήρες.


Οταν σταμάτησα να το χαζεύω και σφουγγάρισα τα σάλια,
διάβασα παρακάτω.

"Do you have the right kind of wife for it?"
χμμμμ...

Τα ψιλά γραμματα γράφουν:

Can your wife bake her own bread?
Can she get a kid's leg stitched and not phone you at the office until it's all over?
Find something to talk about when the TV set goes on the blink?
Does she worry about the Bomb?
Make your neighbors' children wish that she were their mother?
Will she say "Yes" to a camping trip after 50 straight weeks of cooking?
Let your daughter keep a pet snake in the back yard?
Invite 13 people to dinner even though she only has service for 12?
Name a cat "Rover"?
Live another year without furniture and take a trip to Europe instead?
Let you give up your job with a smile?
And mean it?
Congratulations.

Η διαφήμιση είναι του 60.
'Αλλης εποχής - που ίσως πέρασε ανεπιστρεπτί - άλλων ηθών κι εθίμων, άλλων συνηθειών, άλλων κριτηρίων.
Τώρα, πως εμένα μου τρέχουν τα σάλια, θα σε γελάσω.

Πάντως αν έχεις 50.000 λίρες Αγγλίας, κομπόδεμα για πετρέλαια, όρεξη για γύρες και προφανώς 'the right kind of wife' ή τη βρίσκεις και μονάχος, δες αυτό:



Δάκρυσες; 

Blast from the past:
Το 1543, κατά την περίοδο της αναγέννησης είχαμε κατασκηνώσει οικογενειακά στον Μύτικα. Είναι στην Αιτωλοακαρνανία, απέναντι ακριβώς από τη Νήσο Κάλαμο.
Με ένα αντίσκηνο - τέρας με χωλ/κουζίνα και δύο δωμάτια (το έχουμε ακόμα άραγε;) ψαροντούφεκο, βαρκάδα, πετρογκάζ, λάμπα πετρελαίου, εγώ 9 χρονών, τρισεκατομμύρια τζιτζίκια, κεφαλόπουλα, χταπόδια και πίνες από τον μπαμπά, κλεμμένα σύκα, και ερημιά.

Στα 50 μέτρα μόνο μία οικογένεια άγγλων, με ένα τροποποιημένο λεωφορείο, βαμμένο κάτι σε μπεζ, όπου πάνω είχαν τα κρεβάτια τους και κάτω καθιστικό-τραπεζαρία, κουζίνα και τουαλέτα. Ετσι θυμάμαι και αυτό μου θύμησε η παραπάνω διαφήμιση.

Είχαν ένα μπόμπιρα και μία κόρη στην ηλικία μου, που της πήρε ο αέρας το σωσίβιο και κολύμπησα για να το μαζέψω μέχρι το Μεσολόγγι. Οσο κολυμπούσα, τόσο απομακρυνόταν αυτό. Τελικά το πρόλαβα και όταν γύρισα, έπεσα ημιλιπόθυμος. Ηταν το πιο δύσκολο πράγμα που είχα κάνει μέχρι τότε.

Από τότε λοιπόν (και νωρίτερα ίσως) θυμάμαι να γουστάρω αυτό το πράμα. Οπου γης και πατρίς, φύση, τσαντίρι, κλπ κλπ μη με βάζεις να στα λέω τώρα, δεν θα με πιάνει ύπνος πάλι.

Εβαλα λοιπόν τους γονείς να βρουν τις φωτογραφίες, και να μερικές:

 Πέρα από την Αφρική.
Τα βράδια μας ξύπναγαν οι καμηλοπαρδάλεις.

Φίατ 127 και βάρκα Pirelli.
Η βάρκα πνίγηκε στον Εύηνο 15 χρόνια αργότερα και παραελάχιστο κι εγώ.
Το φίατ έζησε παραπάνω και γύρισε όλη την Ελλάδα.
Ολη!

Base Camp.
Λεπτομέρεια: OMO στην κουφάλα του δέντρου και φυσικά κούνια!

 Αυτη η φωτογραφία είναι τραβηγμένη τρεις φορές η μία πάνω στην άλλη, αφού ήταν πολύ απλό να κάνεις λάθος με τη Lubitel
Βλέπεις το λεωφορείο των άγγλων με την πατέντα στην οροφή για τα κρεβάτια;

Όνειρα γλυκά.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Ωχουουουου


Καφές απ'τη Σβετλάνα, πόδια κουρασμένα, πονοκέφαλος, μούτρα μέχρι το πάτωμα, διάθεση υπό του μηδενός, οριακά ήρθα στο γραφείο σήμερα, αν δεν είχε τόση ζέστη θα πήγαινα Σούνιο Ναύπλιο Γύθειο Κυπαρίσσι* (αποφάσισα) για να ξελαμπικάρω - ορκίζομαι.

Πόσο εύκολα και γρήγορα σβήνει η ηχώ ενός εκπληκτικού τριήμερου, χωρίς καν να συμβεί κάτι.

Με ένα τίποτα, με τις φάτσες που τρως στα μούτρα κάθε μέρα, αει σιχτίρ με τους μαλάκες όλους.
Ο ένας δεν ξέρει τι να κάνει, ο άλλος νομίζει ότι ξέρει τι κάνει, άλλος δεν θέλει να κάνει, άλλος κάνει ότι νομίζει,  κι όλοι μαζί δεν μου κάνουν.

Κάποιες μέρες δεν είμαι καλή παρέα - το ξέρεις πια.



*Το Κυπαρίσσι είναι στη Λακωνία. Είναι εκπληκτικό μέρος - ψάξτο. Πανέμορφο χωριό, γκρεμοί από πάνω, λουλουδιασμένες αυλές, άσπρο βότσαλο στη παραλία, ψάρι, κρέας, μπύρες, ούζα, ένας μικρός παράδεισος.

Το Κυπαρίσσι που είναι στη Λακωνία λοιπόν, έχει ένα καφέ μπαρ. Εχει κι άλλο ωραίο, αλλά δεν είναι σαν το ένα γιατί δεν είναι μπροστά στον προβλήτα με θέα τη θάλασσα, ούτε έχει αναπαυτικές καρέκλες σκηνοθέτη.
Αυτά με το άλλο.

Το ένα λοιπόν - το καλό - δεν φημίζονταν ποτέ για τη μουσική του η οποία ήταν ότι να 'ναι... τοπικά ραδιόφωνα με παράσιτα, παλιές κασσέτες, σιντί από περιοδικά, μιξ σιντί από 16χρονα, συλλογή σοφτ ροκ στο ριπλέι, αηδία και μεγάλο κρίμα.

Είναι απόγευμα λοιπόν, ο ήλιος έπεσε, έχει αυτό το ωραίο φως που μ'αρεσει, το μαγιώ στέγνωσε, είμαι στη τρίτη μπύρα κι είναι μία από αυτές τις χαλαρές στιγμές των διακοπών που αδειάζει το κεφάλι σου, γεμίζει η ψυχή σου κι απλά υπάρχεις.

Αλλά παίζει σκυλάδικα.
Τρομερά σκυλάδικα.
Τα πιο τρομερά σκυλάδικα που έχεις φανταστεί ότι μπορούν να υπάρξουν, όχι μόνο στο γαλαξία μας αλλά και στο ευρύτερο σύμπαν.
Μαθημένοι πια οι θαμώνες, αγνοήσαμε το πρώτο τέταρτο.
Μετά αρχίσαμε να κοιταζόμαστε απορογελώντας.
Μετά αρχίσανε τα "δεν πάμε για κάνα ούζο";
Μέχρι που κάποιος τα πήρε πρώτος, σηκώνεται, πάει στο μπαρ, και λέει στον μπαρμαν-ιδιοκτήτη-ντιτζέι: "Φίλε, θα μπορούσες να αλλάξεις μουσική;"

Ο μπαρμαν-ιδιοκτήτης-ντιτζέι, γυρίζει, αφήνει το φραπόγαλο, ακουμπάει στη μπάρα και απαντά:

"Σήμερα χώρισε ο Μπάμπης."


Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Ενώπιος


Νυχτώνει νωρίς το χειμώνα, οπότε δεν θα ήταν αργά.
Ηταν όμως ήδη μαύρη νύχτα, ξέμαυρη κι απ' το σκότος ξεμαυρότερη.

Εγώ συνοδηγός στη Lancia Fulvia του '71 του Π., με πίσω δισκόφρενα, πεντατάχυτη, διπλά Weber, σούστες, χαλασμένο καλοριφέρ και φώτα της κακιάς ώρας.

Επιστρέφουμε Αθήνα στην άδεια εθνική Πατρών Κορίνθου, με το πίσω κάθισμα γεμάτο σκι και μπότες, με πόδια και γόνατα πιασμένα, χαμόγελα μέχρι τα αυτιά και ιστορίες για πούδρες, άλματα, απάτητα και άλλους ευσεβείς πόθους.

Που και που βλέπουμε και κάνα αυτοκίνητο.

Ενα από όλα - το βλέπουμε από μακρυά στην μεγάλη ευθεία - έρχεται με τους προβολείς αναμένους.

Στην αρχή είναι πολύ μακρυά για να ενοχλήσει.
Μετά ενοχλεί.
Του παίζουμε τα φώτα.
Τίποτα.
Πλησιάζει - Του παίζουμε τα φώτα κι άλλο.
(βρήκαμε παιχνίδι)
Τίποτα.
Πλησιάζει - Του ανάβουμε τους προβολείς μόνιμα.
Τίποτα.
Πλησιάζει - Αρχίζουμε και φωνάζουμε, παίζουμε φώτα, μούτζες, αλάρμ, κωλοδάχτυλα, τον βρίζουμε, βγάζουμε αφρούς από το στόμα.
Τίποτα.

Ε, τελικά διασταυρωνόμαστε 
και βλέπουμε ότι ήταν το τρένο για Πάτρα...



Και τώρα που είμαι άνετα με τη ρόμπα μου, 
κομματάρα:



Όταν θα'ρθείς να με ξεθάψεις απ'τις στάχτες
και διώξεις από πάνω μου όλη τη σκουριά
και ξαναβάλεις τις ρόδες μου σε ράγες
και εγώ αρχίσω να κυλάω ξανά

Τότε οι λύπες θα με ψάχνουν
κι άνεργες θα θρηνούν
Θα πέφτουν μανιασμένες οι βροχές
και θα ρωτούν

Τι έγινε εκείνο το τρένο που έβλεπε
τα άλλα τρένα να περνούν

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

Δουλειά και Διασκέδαση, επίσης.


Θυμήθηκα κάτι από τα παλιά:

Την εποχή που σε μία από τις πρώτες μου δουλειές, συν τοις άλλοις αλώνιζα και την Ελλάδα, εγκαθιστώντας υπολογιστές, παραμετροποιώντας και εκπαιδεύοντας τους πελάτες στη χρήση τους και τις λειτουργίες ενός λογιστικού πακέτου που πουλούσαμε.


Στο "Χρονικό ενός αυτοκινούμενου τρόμου" είχα περιγράψει μία τέτοια μυστική αποστολή, στη βόρεια Ελλάδα.

Υπήρξαν όμως κι άλλες αποστολές - undercover πάντα.

Μια φορά είχα πελάτη στην Σκάλα Λακωνίας.


"Ναι Τσοκορέλε θα σε περιμένω το βράδυ,  έλα κατευθείαν στο μαγαζί, μη πας από το ξενοδοχείο, καθόμαστε μέχρι αργά."
"Μάλιστα Κε Πελατάκο, (σε 'άκος' τελειώνουν τα ονόματα τους εκεί) φεύγω κατά τις έξι από Αθήνα και θα τα πούμε το βράδυ."

Παίρνω το βανάκι, το φορτώνω, μια αλλαξιά, το νεσεσέρ και φεύγω. Φτάνω στη Σκάλα κατά τις 10 το βράδυ, ρωτάω, βρίσκω το μαγαζί, κλειστό. Κινητά δεν υπήρχαν τότε, κορνάρω, περιμένω λίγο και φεύγω για το ξενοδοχείο.
Το πρωί ξαναπάω στο μαγαζί, κλειστό.
Ρωτάω ένα τρακτέρ που πέρναγε, μου λέει "είναι στο άλλο μαγαζί, αυτό δεν το δουλεύει πια".
Οχι ρπμ, φεύγω - πάω στο άλλο.
Ανοιχτά - μπαίνω μέσα σα βρεμένη γάτα.
"Καλημέρα, είμαι ο Τσοκορέλος από Αθήνα για το πρόγραμμα που είχαμε μιλ" με κόβει.

(με τον τύπο έχω μιλήσει μόνο μία φορά στο τηλέφωνο έτσι;)

"Που 'σαι ρε Τσοκορέλε (ουρλιάζοντας) και σε περιμέναμε ψες βράδυ;; Εχασες ρε μαλακα. Πήγαμε στις πουτάνες, φύγαμε τα χαράματα - περάσαμε και γαμώ!!!"
Και για να πειστώ, γυρίζει και στους άλλους : "Εεε παιδιά;;;"

Ηταν η μόνη φορά που σταυροκοπήθηκα και από τότε έμαθα να κλείνω πρωινά ραντεβού.

Το μεσημέρι με πήραν δυο κολλητοί από Αθήνα - φεύγανε μετά τη δουλειά για Γιάννενα. Ηταν και Παρασκευή, του πέταξα τα μάνιουαλ στα μούτρα - "δεν είναι δύσκολο, είστε πανέξυπνος άνθρωπος και δεν θα έχετε πρόβλημα" - και ανέβηκα σφαίρα Αθήνα για να προλάβω τους άλλους.
Το βράδυ πίναμε τσίπουρα και γελάγαμε.




Μιαν άλλη φορά στη Ρόδο, ένας πελάτης είχε πάθει ζημιά κι έπρεπε να επεξεργαστώ τα δεδομένα του από την αρχή, μπλα μπλα μπλα, όλο το βράδυ μου πήρε στο ξενοδοχείο, φτάνει η ώρα εφτά το πρωί, είμαι με μηδέν ύπνο, τα μαζεύω κι επιστρέφω στο μαγαζί του λίγο έξω από την παλιά πόλη.
Σε λίγο έρχεται κι αυτός αγουροξυπνημένος, ανοίγει, στήνω πάλι τα συστήματα και κάνω να ξεκινήσω τη δουλειά, οπότε μου λέει:
"Τσοκορέλε, σούπα τρως;"
"Ε;"
"Σούπα τρως, λέω;"
"Εεεε... τρώω"
"Μάζευ'τα!"

Και με πάει εφτάμιση η ώρα το πρωί μέσα στην παλιά πόλη, σε ένα μικροσκοπικό πλατειάκι, με ένα μαγαζάκι με 5 τραπέζια έξω, που ήταν ανοιχτό από τις 5 το πρωί μέχρι τις 9 μόνο αν θυμάμαι καλά, με κριθαράκια με μυαλά, κάτι πατσάδες, βραστά, κοτόσουπες, ψαρόσουπες. Εγώ πήρα τα μυαλά με το κοκκινιστό κριθαράκι, γιατί τέτοιες ευκαιρίες δεν χάνονται.


Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, γιατί απλά το γόνατο πάει όλο και καλύτερα.
Στον Υμηττό σήμερα το ψιλόβροχο ήταν άκρως δροσιστικό, όχι όμως και η υγρασία όταν δεν φύσαγε, δεν είχα ενοχλήσεις και βγήκε και καλός ρυθμός. Δυστυχώς η μπόρα έσκασε με το που μπήκα σπίτι κι όχι πάνω στο βουνό.

Χαλάλι - Φθινόπωρο έχουμε, θα χορτάσουμε βροχή και λάσπες.

Τώρα, παρέα με τον Τζακ προσπαθούμε να διαλέξουμε μουσική, αλλά όσο περνάει η ώρα όλο και δυσκολεύει η απόφαση. Καταλαβαίνεις...

Τουλάχιστον καταλήξαμε στο κομμάτι:








Τώρα ζήσαμε καλύτερα!