Πάντα ήθελα να γράψω μερικά πράματα για τη δουλειά μου.
Οχι μόνο για το τι κάνω, αλλά και για τη δουλειά στις εταιρίες γενικότερα - αφού από αυτό ξέρω.
Πάντα ήθελα να τα χώσω, να ξεσπάσω, να ξεφτιλίσω κόσμο, να μεταφέρω εμπειρίες προς αποφυγή, να μοιραστώ τα λάθη μου, τα λάθη τους, να ξεράσω ότι καταπίνω τόσα χρόνια.
Γιατί έχοντας φάει βιονικό αγγούρι κι έχοντας ανδρωθεί σε εταιρικά περιβάλλοντα, θα μπορούσα νομίζω να γράψω άφθονους τόμους με ιστορίες, όλες απίστευτες πολιτιστικές κληρονομιές προς αποφυγή που θα μπορούσαν να μπουν και στον Βόγιατζερ να τις μελετάνε οι εξωγήινοι και να τις μοιράζουν σε όλο το σύμπαν προς γνώση και συμμόρφωση.
Τίποτα το πρωτότυπο βέβαια για την Ελλάδα μας - και το εννοώ.
Ολοι έχουμε τέτοιες εμπειρίες -δυστυχώς- από τις μεγαλύτερες μέχρι τις μικρότερες εταιρίες και σε όλες τις θέσεις. Ισως δεν φταίνε οι εμπειρίες βέβαια, αλλά εμείς που τις φτιάχνουμε.
Ετσι κι εγώ, σε μια μικρή εταιρία που στην αρχή αποτελούνταν από 6-7 άτομα, μετά γίναμε 20, 25, 45, 80 άτομα, βρέθηκε δεύτερος όροφος, 90 άτομα, 100, νέο κτίριο, 200, νέες δουλειές, εξωτερικά, 300, πίεση, 400, ξενύχτια, 500, ζάλες, 16ωρα, 600, κι άλλο κτίριο, 700, σενάρια, τσακωμοί, 800, ξύλο, 900, 1000, σκοτωμοί, 1500, έχθρες, 2000, κλίκες, 2500 και βάλε άτομα έφτασε το προσωπικό στο τέλος, χωρίς τα υποκαταστήματα που προστέθηκαν στην πορεία στο εξωτερικό.
Τρομερότατο επαγγελματικό ενδιαφέρον και προσωπική και εταιρική εξέλιξη, αλλά με απίστευτο προσωπικό κόστος και μεγάλη ψυχολογική κούραση. Πιο μεγάλη από όσο φαντάζεσαι κι από όση φανταζόμουν ποτέ, όχι μόνο ότι υπάρχει αλλά και ότι θα μπορούσα να αντέξω.
Νέα όρια κάθε λίγο και λιγάκι, νέα ρεκόρ αντοχών, νέα κατορθώματα ορατά και μη.
Και δεν εννοώ ότι άντεξα. Συνεχή κλαταρίσματα, ψυχικά και σωματικά, μηδενικός χρόνος για ανασύνταξη και επαναπροσδιορισμό θέσης, δουλειά, δουλειά, δουλειά, νεύρα, πίεση, όλα ασταμάτητα, αποκοπή από φίλους, οι σχέσεις -όλες οι σχέσεις- ξέφτιζαν κι έμπαιναν στο περιθώριο, τα πάντα υπο τη σκιά της δουλειάς και ελάχιστα υπό τη σκέπη της.
Με μία λέξη:
Εταιρία.
Πρόσφατα, τα 2500 άτομα μειώθηκαν ξανά στα 2000, 'περίεργοι καιροί', στα 1500, 'θα δούμε', στα 1000, το ένα κτίριο εγκαταλείφθηκε, 'κρίση' και πλέον δεν ξέρω που θα πάει γιατί δεν θα είμαι εκεί.
Αυτή τη φορά το είχα καταλάβει από νωρίς το πρωί.
Και ήμουν βέβαιος.
Διαίσθηση; Μάλλον.
Πρόσφατα, τα 2500 άτομα μειώθηκαν ξανά στα 2000, 'περίεργοι καιροί', στα 1500, 'θα δούμε', στα 1000, το ένα κτίριο εγκαταλείφθηκε, 'κρίση' και πλέον δεν ξέρω που θα πάει γιατί δεν θα είμαι εκεί.
Αυτή τη φορά το είχα καταλάβει από νωρίς το πρωί.
Και ήμουν βέβαιος.
Διαίσθηση; Μάλλον.
"Τσοκορέλε κάτσε..." και κλείνει τη γυάλινη πόρτα πίσω μου,
"...σήμερα είμαι στη δυσάρεστη θέση να πρέπει να αποχωριστώ έναν πολύτιμο συνεργάτη."
"Εγώ, ε;"
"Ναι." λέει βουρκωμένος.
"Ελα να το κάνουμε εύκολο - επαγγελματίες είμαστε." απάντησα.
Οκτώβρης 1996 με Οκτώβρη 2012
16 χρόνια στην Εταιρία.
Εδώ κι ένα μήνα λοιπόν, με παρατηρώ με τρομερή περιέργεια.
Να δω τι νιώθω, αν θα κλατάρω, αν θα ξεσπάσω, αν θα χαρώ, αν θα τρομοκρατηθώ...
Κατ' αρχάς με το που γύρισα σπιτι με τις σακούλες με τα προσωπικά μου αντικείμενα -όπως τα 'βλεπα στις ταινίες- οι τέσσερις τοίχοι μου φάνηκε ότι δεν θα βοηθούσαν σε τίποτα και βγήκα για τρέξιμο στο βουνό.
Ενας πόντος!
Βέβαια, ακόμα δεν καταλάβαινα τι γινόταν, ήμουν σαφώς σαστισμένος και μόλις ανέβαζα σφυγμούς, οι σκέψεις, το -όπως και να το κάνεις- σοκ και οι υπόκωφοι λυγμοί, έκλειναν την τραχεία κόβοντας μου την ανάσα και αναγκάζοντας με να περπατώ που και που για να αναπνέω. Οριακά έβγαλα 5 χιλιόμετρα, δεν το μετάνοιωσα όμως, είχε και ωραία μέρα θυμάμαι.
Μετά ντουσάκι, ξύρισμα, μπωτέ και ακολούθησαν οι ανακοινώσεις στην οικογένεια όπου εισέπραξα την μεγαλύτερη δυνατή στήριξη.
Την επόμενη μέρα τράπεζες, οαεδ και στήσιμο του άμεσου πλάνου. Για αρχή μείωση εξόδων, δηλαδή μετακόμιση σε φθηνότερο σπίτι και όσο μπορώ ψυχική ξεκουραση.
Δυο μέρες μετά, αφού ζυμώθηκε το γεγονός στο μυαλό μου, ανακοινώθηκε και στους φίλους καθώς πλέον ήμουν ψύχραιμος.
Μάλιστα έκανα σε όλους την ίδια εισαγωγή:
"Τύπωσα νέες business cards, να σας δώσω μία."
και τους έδινα την κάρτα του οαεδ!
Αυτοί έμεναν κάγκελο, εγώ γέλαγα, έσπαγε έτσι ο πάγος, συνέχιζα να γελάω με τις φάτσες τους, ηρεμούσαν που με έβλεπαν να γελάω κι έτσι ηρεμούσα κι εγώ από μέσα μου.
Πάντως, κι άλλος πόντος!
Πολύ δύσκολο και ευχαριστώ για τη στήριξη και Φίλους και Οικογένεια.
Στη συνέχει και για λίγες μέρες ένιωθα σα να με χώρισε ξινή γκόμενα.
Λίγο ελευθερία, λίγο στεναχώρια, λίγο χαρά, λίγο απελπισία, λίγο ανάταση, πολλές οι εναλλαγές συναισθημάτων, πολλές και δυνατές.
Σκαμπανεβάσματα.
Ευτυχώς -είδες; ουδέν κακό αμιγές καλού, τελικά- από χωρισμούς είμαι πλούσιος εμπειριών, κι αυτό με βοήθησε λιγάκι να οργανωθώ. Δεν ξέρω πως ακούγεται αλλά πράγματι βοήθησε. Μάλλον λειτουργεί ο ίδιος μηχανισμός.
Στο μήνα που πέρασε από τότε, φρέσκαρα το βιογραφικό μου, προσπάθησα -και προσπαθώ- να αδειάσω το μυαλό μου, να καταλάβω τα όρια του -επί δεκαέξι χρόνια- ιδρυματισμού, να αναγνωρίσω τα συμπτώματα και να τα ξεπεράσω.
Γιόρτασα, δεξιώθηκα (πως με βλέπεις;) κόσμο, έψαξα επίμονα για νέο σπίτι σε νέα περιοχή (ακόμα όμως δεν βρήκα - θα γίνει ειδικό ποστ αφιερωμα σε αυτό.), έχασα τις μέρες, μείωσα έξοδα (δηλαδή τις βενζίνες, γιατί δεν ξοδεύω και πουθενά αλλού), ξέχασα τις αυπνίες μου (με λίγες εξαιρέσεις), εξαφανίστηκε μια αλλεργία στα μάτια, έτρεξα πολύ - ανέβασα επιδόσεις, η σκέψη μου δεν πισωγύρισε στο γραφείο παρά μόνο για 5' σε ένα όνειρο* κι ακόμα ξεθάβω από το νου μου κι από σημειώσεις που κράταγα, πράματα που πάντα ήθελα να κάνω και ποτέ δεν είχα το κουράγιο ή το χρόνο ή τη διάθεση.
Σεμινάρια, σενάρια, δουλειές, πειραματα, μαγειρέματα, περπατήματα, εκδρομές, λίστα ολόκληρη που θα μπορούσε -και θα ήθελα- να γεμίσει την υπόλοιπη ζωή μου.
Και μερικές ακόμα ίσως.
Οτι σχέδια έτρεχαν συνεχίζουν να τρέχουν βάσει προγράμματος και το σημαντικότερο όλων:
επιτέλους θα έχω αρκετό χρόνο να μαγειρέψω για τους φίλους ένα χοιρινό μπούτι στο φούρνο, με πατάτες και μανιτάρια, και μερικά μπουκάλια μοσχόμαυρο να συνοδεύουν ιστορίες για σχέδια και πλάνα.
Κάτι ξεχωριστό που συνέβη ήταν ένα μήνυμα στο fb την πρώτη κι όλας μέρα, από μια παλιά φίλη χωρίς να ξέρει τίποτα:
"Τσοκορέλε, στο γράφω και επισήμως: Διάλεξε 40-50 φωτό απο τα ταξίδια και τις περιπέτειες κι έλα να μας τις δείξεις στους Παξούς. Το καλοκαίρι ή όποτε μπορείς να φύγεις από Αθήνα. Το τηλέφωνο μου δεν έχει αλλάξει. μπλα μπλα μπλα. Πάρε με να τα πούμε σύντομα"
Εκτός από το κοπλιμέντο για τις φωτογραφίες μου, εισέπραξα και μια γερή υπενθύμιση - αυτοεπίπληξη για όλες τις φορές που δεν είχα το χρόνο ή/και το κουράγιο να δείξω επισήμως φωτογραφίες μου σε αγνώστους ή να 'θυσιάσω' λίγο χρόνο, κάνοντας δικά μου ουσιώδη πράματα.
*Το όνειρο:
Είχα επιστρέψει -λέει- στο γραφείο σαν επισκέπτης και τριγύρναγα από γραφείο σε γραφείο, μην κάνοντας κάτι συγκεκριμένο, κωλοβαρώντας, πασπατεύοντας τα χαρτιά, θωπεύοντας κάνα πληκτρολόγιο, έτσι για να νιώθω εταιρικός. Μ' έβλεπαν οι πρώην συνάδελφοι και μ' άφηναν -πρέπει να με θεωρούσαν και λίγο γραφικό- μέχρι που με πετυχαίνει ο Δνων Σύμβουλος, με παίρνει παράμερα και μου λέει ευγενικά, γλυκά και χαμηλόφωνα -σχεδόν ψιθυριστά για να μην ακουν οι άλλοι:
"Τσοκορέλε, δεν ανήκεις πια εδώ. Μην παιδεύεσαι. Μην σπαταλάς το χρόνο σου εδώ. Φύγε. Συνέχισε."
Πετάχτηκα, γιατί το ήξερα ήδη - δεν χρειαζόνταν να το ακούσω από κανέναν. Το σχεδίαζα χρόνια τώρα και συνέβη την καταλληλότερη στιγμή. Γιατί τον έβαλε ο σκηνοθέτης να μου το πει αυτός; Κάτι σημαίνουν τα όνειρα - κάτι θα σημαίνει κι αυτό... Η τελευταία εντολή κι έτσι;
Το σκέφτηκα λίγο και κατέληξα στο ότι αφού δεν καταλάβαινα τις αποφάσεις του(ς) στον ξύπνιο μου, πόσο μάλλον στον ύπνο μου, οπότε κι έληξε το συμβάν.
Η τελευταία μέρα στο γραφείο, ήταν συλλεκτική εμπειρία:
Επί κάνα τρίωρο χαιρετούσα συναδέλφους, θα έπρεπε να είχα κάμερα μαζί να δεις αντιδράσεις. Αλλος έκανε πάρτυ που έφευγα, αλλουνού του κόπηκαν τα πόδια, άλλος έκλαιγε σχεδόν που έπαθα τέτοια συμφορά (ουουουιιιιιιιιι κακό που μ' ήβρε) άλλος δεν καταλάβαινε καν, άλλος είχε βλέμμα λες και τους είπα "έχω δύο ώρες ζωής ακόμα", άλλος ανησυχούσε και ξεφυσούσε, "καλή τύχη" άκουγα, "καλή τύχη σε εσάς ρε" τους έλεγα "Εμένα καλή συνέχεια να μου λέτε.", "πόσο πολύ στεναχωρήθηκα", "άντε ρε μαλάκα δεν το πιστεύω - φευγεις εσύ;", "χαλαρό σε βλέπω Τσοκορέλε", "δε μου φαίνεσαι και πολύ συντετριμένος..."κι έτσι ήταν.
Παραδόξως όμως, άντεξα τις χαιρετούρες, γυρνώντας από γραφείο σε γραφείο ως τέρας ψυχραιμίας. Πετούσα από πάνω μου -αόρατος ως συνήθως- και με καμάρωνα.
Τα χρειάστηκα μόνο όταν μαζεύτηκε γύρω μου όρθιο όλο σχεδόν το ΙΤ, δέκα - δεκαπέντε άτομα, οι άμεσοι συνάδελφοι μου κι η ομάδα μου κι εγώ στη μέση.
Αρκετά με το freak show σκέφτηκα βουρκωμένος - χαιρέτησα ξανά βιαστικά, πήρα τα πράγματα μου κι έφυγα.
Καβάλησα το μηχανάκι, ρόλαρα χαλαρά και καθώς απομακρυνόμουν θυμάμαι να συνειδητοποιώ ότι δεν ένιωθα κάτι ξεχωριστό. Ούτε έκατσα να δω το κτίριο, ούτε κούνησα το κεφάλι μου σκεφτικός, ούτε τίποτα το κινηματογραφικό. Ούτε καν τσιγάρο.
Ηρεμος όπως άδειος.
Δεν έριξα ούτε μια γκαζιά.
Δεν άξιζε....

