Κυριακή, 6 Απριλίου 2008

Μιχάλης Αλεξανδρόπουλος #1


1
Κατά τα τέλη του 1941 με αρχές του '42 βρισκόμουν σε απελπιστική οικονομική κατάσταση. Δούλευα σ' ένα εκδοτικό οίκο Καστρινάκη & Γεωργαντά. Το μεροκάματο μου πολλές φορές μόλις αρκούσε για την μπομπότα και καμιά λαχανίδα.
Ο κόσμος πέθαινε στους δρόμους από πείνα και τους μάζευαν τα καροτσάκια. Όσοι μπορούσαν κι έκαναν κάτι μικρεμπόρια, μικροανταλλαγές κάτι κατάφερναν. Εγώ μέχρι τώρα πούλησα τις βέρες μας, αργότερα το κρεβάτι μας και ότι άλλο μπορούσε να μας δώσει λίγο καλαμπόκι για να σταθούμε στα πόδια μας. Παράλληλα έπρεπε να τρέχω και για την οργάνωση του Ε.Α.Μ. που στο μεταξύ έγινε και συνδέθηκα κι εγώ με κάποιον Τάσο που το όνομα του δεν έμαθα ποτέ.
Έπρεπε να φτιάξουμε παράνομα τυπογραφεία σε διάφορα μέρη της Μακεδονίας. Γι' αυτά φρόντιζα εγώ για τα τυπογραφικά στοιχεία και για ότι χρειάζονταν. Μελάνη, χαρτί, κ.λ.π. Κι αυτά τα προμηθευόμασταν πολύ δύσκολα. Πολλές φορές με κίνδυνο και της ζωής μας ακόμα. Αλλά ήταν τόσος ο ενθουσιασμός του κόσμου τότε, που εύκολα βρίσκαμε βοηθούς και πρόθυμους φίλους, άλλοι να μας πουλήσουν κι άλλοι να μας δωρίσουν διάφορα υλικά. Και προπαντός χαρτί. Χαρτί χρειαζόμασταν πολύ.
Για τις μεταφορές χρησιμοποιούσαμε διάφορα μέσα. Για το χαρτί μου έστελνε η οργάνωση έναν παππού (έτσι το λέγαμε). Ήταν ένας λεβεντόγερος με τις μουστάκες του και με τη γαϊδούρα του που ήταν με κομμένο αυτί και τη λέγαμε Αίτνα. Αν δεν έκανε μεταφορές αυτή η γαϊδούρα! Από χαρτί μέχρι όπλα όπως μου 'λεγε ο παππούς.
2
Στο μεταξύ γνώρισα το Banu ή Βασβανά, που ερχόταν στο σπίτι. Δυστυχώς δε θυμούμαι ημερομηνίες και τα αναφέρω όλα κατά προσέγγιση. Σιγά σιγά γνωριστήκαμε και με τη γυναίκα του την Κατίνα. Το σπίτι μου, ένα ισόγειο που το πίσω του μέρος με ένα παράθυρο έβγαζε σε άλλη γειτονιά μας εξυπηρετούσε πάρα πολύ. Γιατί αν γινόταν τίποτα μπορούσαν όσοι ήταν μέσα να φύγουν από το παράθυρο. Από 'κει άλλωστε φορτώναμε και ξεφορτώναμε το χαρτί ή άλλα υλικά για τα τυπογραφεία.
Μια απ' αυτές τις μέρες ήρθε ο Βαγγέλης με έναν άλλον σύντροφο, το Μάρκο Βαφειάδη που το λέγαμε τότε Παναγή. Η δουλειά πολλαπλασιαζόταν και γινόταν πιο δύσκολη. Χρειαζόμασταν και ανθρώπους για τα διάφορα τυπογραφεία που γίνονταν στο μεταξύ σε διάφορα μέρη. Όλο και μεγάλωναν οι ευθύνες. Γνώρισα κι άλλους φίλους. Ήρθε και η Βάσω την οποία γνωρίσαμε σαν γυναίκα του Παναγή. Ερχόταν τακτικότερα αυτή και μου έφερνε παραγγελίες.
Μια μέρα στο μαγαζί που δούλευα έπεσα από εξάντληση και με πήγαν στο σπίτι. Κάλεσε η γυναίκα μου γιατρό από το ΙΚΑ που βρήκε πολύ πεσμένο τον οργανισμό μου και παρήγγειλε καλή τροφή. Θυμάμαι ότι μου έφερε 4 κιλά φασόλια ο Αγγελόπουλος, ένας τραπεζικός και μ' αυτά συνήλθα κάπως και ξαναπήγα στη δουλειά μου.
Και συνεχίσαμε την αντιστασιακή μας δράση. Έκανα διάφορες στρατολογήσεις συναδέλφων που μας χρειαζόταν στα τυπογραφεία.
3
Μεταξύ αυτών ήταν και ο μακαρίτης τώρα Παύλος Κοντίδης. Ένας εξαιρετικός συνάδελφος που δε χρειάστηκε ούτε να τον παρακαλέσω, ούτε να του κάνω κατήχηση. Απλώς "σε χρειάζεται η πατρίδα Παύλο και θα πάς στο Κιλκίς να αναλάβεις ένα τυπογραφείο από το οποίο μπορεί και να μη βγεις ζωντανός" του είπα, και έφυγε την άλλη μέρα και πήγε στο σπίτι ενός αγωνιστή όπου ήταν εγκατεστημένο το τυπογραφείο.
Όλοι αυτοί οι αγωνιστές ήταν κομουνιστές που δραπέτευσαν από τις φυλακές ή εξορίες και κάνανε το ΕΑΜ και αργότερα το ΕΛΑΣ. Έτσι εμείς ξέραμε ότι παλεύαμε για το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ.
Οι συλλήψεις οι βασανισμοί και οι εκτελέσεις κάθε μέρα και πλήθαιναν.
Εκείνος που έρχονταν πιο συχνά τώρα στο σπίτι και που συνδεθήκαμε περισσότερο ήταν ο (Παναγής) Μάρκος Βαφειάδης, αλλά που εκτίμησα περισσότερο.

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: