Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

On fire




Επι δύο μέρες ο πυρετός μου δεν ξεπέρασε τους 37,8 κι αυτό ακριβώς ήταν το πρόβλημα.
Αν πάω 38μισο ή και 39 είμαι μια χαρά. Αράζω σπίτι, κάνω δουλειές, κοιμάμαι, όλα καλά.
Με δέκατα είμαι να με κλαίνε οι ρέγκες.
Γκρίνια, πονάω ολόκληρος, μιξες, φλέματα, βήχας γέρου, πεθαίνω κι όλας μάλλον, έξω ζέστη, πάνε στράφι κι οι προπονήσεις ενός μηνός για ένα δεκάρι που έχει την Κυριακή, δεν μπορώ να πάω και για μπάνιο έτσι όπως είμαι, ρύζια, φρούτα, σαλάτες, όλα με το ζόρι, έσπασα κι ένα θερμόμετρο και γέμισε μπιλάκια υδραργύρου η κουζίνα....

Θυμήθηκα τότε ότι είναι σοβαρό θέμα αυτό και μια μέρα μετά το έψαξα στο ιντερνετ.


Θυμήθηκα επίσης ότι σε κάποια τάξη του λυκείου, πίσω - πισω είχε κάτι μεταλλικές ντουλάπες με διάφορα όργανα χημείας, φυσικής κλπ, τα οποία και ψειρίζαμε κατά καιρούς.
Ετσι μια φορά πέσαμε σε ένα μπουκάλι υδραργύρου. Αυτά τα πλαστικά που βάζαν οξυζενέ τα φαρμακεία παλιά, τα μεγάλα όμως. Πρέπει να ζύγιζε δυο τρία κιλά. Είμαι σίγουρος ότι κάποιος θα ήπιε λίγο. Κι αν δεν τον κατάπιε, σίγουρα θα δοκίμασε τη γεύση του. Η μισή τάξη είχε πάρει υδράργυρο στις χούφτες, στις τσέπες, τον παίζαμε μπαλάκια στη χαρακιά του θρανίου για τα μολύβια, ενώναμε τις μπιλίτσες επί ώρες μπορεί και μέρες.

Και ζούμε ακόμα. (απλά έχουμε αποκτήσει υπερδυνάμεις και υπερφυσικές ικανότητες για τις οποίες θα σου πω άλλη φορά)
 
Τοίχος στο Τελεφερίκουε της Πάρνηθας

Τρίτη μέρα σήμερα και πλέον δεν νιώθω πυρετό, απλά πονάω ολόκληρος συνέχεια, όχι μόνο όταν βήχω.

Τις προάλλες ανέβηκα Πάρνηθα.
Είχα να ανέβω από το 2007, λίγο πριν τη φωτιά.

η φωτιά από τα Τουρκοβούνια

Ανεβήκαμε με το τσάμπα τελεφερίκ,

είχε και μουσική

περπατήσαμε μισή ώρα μέχρι το καταφύγιο Μπάφι,

αποκαίδια κι ελάφια.

φάγαμε κι επιστροφή. 


Η Πάρνηθα είχε χειρότερο πυρετό.


Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Ο τόπος ευρύχωρος κι ο λωλός στενάχωρος.


(*) Spoiler: Αν βιάζεσαι κι έχεις χρόνο μόνο για 22 λέξεις, πήγαινε κατ' ευθείαν στο τέλος.

Χτες το πρόγραμμα είχε για τρέξιμο μόνο ένα 5άρι, οπότε πήγα στο κωπηλατοδρόμιο (εκεί στο Σχινιά) που η γύρα του είναι ακριβώς τόσο, και είναι και ωραία και έχει και θάλασσα δίπλα για μπάνιο.

Το πρόβλημα ήταν ότι ξύριζε ο αέρας. 8 μποφώρ γεμάτα. Οταν έκανα τζογκιν, απλά βρισκόμουν να κάνω επιτόπιο τροχάδην και ήθελε δύναμη για να κρατήσεις ρυθμό. Σαν ανηφόρα και μάλιστα γερή. Ασε που παραπατούσα καθε λίγο και λιγάκι.

Τελειώνω το τρέξιμο λοιπόν, πάω σε κάτι σκεπαστές κερκίδες που έχει εκεί - για να κόβει και λίγο ο αέρας - με τη μπανάνα μου και τα νερά μου, κάνω τις διατάσεις μου, τα σέα μου και τα μέα μου, ξεϊδρώνω, φεύγω, πάω παραλία.

Δυστυχώς δεν έβγαλα φωτό γιατί θα μου έπαιρνε το κινητό από το χέρι. Νταξ - όχι ακριβώς αλλά τα κάνω κρεμαστάρια αφού το μετάνιωσα.
Ασπρη η θάλασσα παντού απο τους αφρούς, κύμα δύο μέτρα, σήκωνε χώμα, άμμο, πεύκα, και στις ριπές σήκωνε και τη βρεμένη άμμο ή μπορεί να ήταν και το νερό που το πέταγε με τόση δύναμη που έτσουζε.

Ντάλα ήλιος και το βασικότερο: 

Ολομόναχος!

Ενάμιση χιλιόμετρο δεξιά: κανείς.
Ενάμιση χιλιόμετρο αριστερά: κανείς.
(ναί ήμουν στο κέντρο του Σχινιά)

Ξεμαγιώ λοιπόν (εννοείται κι όλας), και μπουκάρω στα κύματα σε στυλ Afougrage Et Damage (βλ. συν. βίντεο) επί κάνα μισάωρο.

(συν. βίντεο)

Μισή ώρα τρέξιμο, μισή ώρα κυματολαγνείας, αφουγκρασμού και δαμασμού άγριων και εχθρικών κυμάτων, ανελέητης κωλοτούμπας (κυριολεκτικά), γρατζουνιών, κατάποσης θαλασσινού ύδατος, άμμος και φύκια παντού, άλμα πάνω από το κύμα, κατω από το κύμα, μέσα από το κύμα, πιο εδώ, πιο εκεί, που πήγε το κύμα; σερφάρισμα στο στήθος προς τα έξω, χαίρομαι κι ουρλιάζω μόνος μου από ενθουσιασμό, τα 'χω φτύσει, έχω βγει έξω ημιλιπόθυμος, έχω πέσει ανάσκελα, λιάζω λαχανιασμένος τον κοκοβάκο μου και ταυτόχρονα ο δροσερός τυφώνας μου γεμίζει με υγρή άμμο όλες τις κοιλότητες. Αφαλό, μάτια, αυτιά (μέχρι τύμπανο, και παραμέσα στον έσω ου, σφύρα κλπ) και ρουθούνια χαιδεύοντας με τρυφερά σαν 120άρι γιαλόχαρτο.

Ειναι ωραία όμως.
Καραολομόναχος, έχω πάθει κρίση οξείας φυσιολατρείας (χρόνιο είναι το πρόβλημα, μάγια μου είπαν οι τσιγγάνες) έχω ένα μόνιμο κρατσανιστό χαμόγελο, και δεν βλέπω την τύφλα μου από το αλάτι στα γυαλιά και την άμμο στα μάτια.

Μπόρεσα να διακρίνω όμως μία κίνηση στ΄ αριστερά μου.
Τότε γυρνώ και βλέπω πίσω μου, δυο μάτια δυο ματάκια στα αριστερά μου, ένα χίπστερ!
Περίμενα τους γνωστούς κόπρους του Σχινιά αλλά ήταν ένα χιπστερ!
Με τα μαλάκια του, τα γυαλάκια του, τις παντοφλίτσες του και τσουπ τσουπ κόβει τον αέρα, φτάνει στους αφρούς, βάζει δαχτυλάκι-θερμόμετρο και γυρίζει πίσω.

"ΩΠ! Γυρίζει πίσω, που;;;"

Γυρίζω κι εγώ πίσω και βλέπω ένα χιπστερικό σμαρτ δίπλα στο αμάξι μου.
Ακριβώς δίπλα. Ισα που ανοίγαν οι πόρτες.

Μαλάκα μου έλεος!
Ενάμιση ολομόναχο χιλιόμετρο δεξιά και άλλο τόσο αριστερά κι ήρθε στο δικό μου σημείο;;;
Οχι ρπμ, μα ακριβώς στο δικό μου σημείο;;;

"Ο τόπος ευρύχωρος κι ο λωλός στενάχωρος" , έλεγε η γιαγιά Κλειώ.

OK, 
Plan B λοιπόν:

Σηκώνομαι όρθιος να δει κώλο (ελπίζω μόνο να έχουμε τα ίδια γούστα, αν και με τις προπονήσεις τρέχω εκτός από πολύ ώρα και αρκετά γρήγορα πλέον) και ξαναμπαίνω τσίτσιδος στη θάλασσα για περισσότερη κυματολαγνεία.

Δηλαδή:
Φίλε κοίτα: δεν ξέρω αν με είδες ή το αμάξι μου, αλλά είμαι όντως εδώ αν και δεν το πόσταρα στο ινσταγκραμ, είμαι τσίτσιδος και θα παραμείνω και δεν ντρέπομαι που το νερό είναι τόσο κρύο, και μη τραβάς πολαρόιντ, και δεν θα ντυθώ κι ελπίζω να θυμηθείς τα υπόλοιπα διαθέσιμα χιλιόμετρα της παραλίας.
Και να πας εκεί.
Βλαμμένε!

Το επόμενο μου όπλο ήταν να κατεβάσω το αμάξι στην άμμο και να βάλω τέρμα σκυλάδικα. Βέβαια σκυλάδικα δεν έχω, αλλά έχω τετραπλή συλλογή νέο κύμα - νομίζω θα φέρει αποτέλεσμα.

Τούμπα στη τούμπα λοιπόν, κύμα στο κύμα, το σμαρτ εκεί -δίπλα στο δικό μου - αλλά στην παραλία κανείς. Κάτι έβλεπα να κινείται μέσα στο σμαρτ στα κρυφά μέσα από τους αφρούς -μα τι σκατά; είναι κι άλλος; πηδιόνται;- τελικά ανοιγει η άλλη πόρτα, βγαίνει το έτερον ήμισι, γυαλί πεταλούδα, κοκαλάκι, σορτσάκι, φανελάκι, τσάντα παραλίας, ακουστικά, ipad, iphone, πριν πατήσει το δεύτερο πόδι κάτω έχει βρεθεί δυο μέτρα μακρυά από τον αέρα και πριν φτάσει κάν στα μισά της παραλίας τρώει δυο σακιά άμμο-βολή καραβολίδα στα μουτρα ανάμικτα με αφρούς και φύκια.

Εχω γυρίσει να βλέπει το θέαμα κι ο κοκοβάκος μου και πραγματικά απορώ πόσο μακρυά μπορούν να πετάξουν τα πράματα της από τον αέρα. Θα φτάσουν στον τύμβο του μαραθώνα ή όχι; Τέσσερα μιλισεκόντ μετά την αμμοφυκομπουκιά που έφαγε, κάνει μεταβολή, γυρνάει στο σμαρτ στο οποίο ήταν πλέον ταμπουρωμένο το πρώτο χιπστερ, κι έφυγαν μέσα στις σκόνες και τα χώματα... ομιτζί και τρία λολ.

Α ρε γιαγιά....

(*)
Αν βιαζόσουν κι έφτασες εδώ αδιάβαστος, άκου περίληψη σε 22 λέξεις:

Πήγα Σχινιά για μπάνιο και είχε τόσο αέρα που κάποιοι που ήρθαν, έφυγαν αμέσως. Ευτυχώς γιατί ήμουν μόνος και μου την έσπασαν.

Ειδες; Δεν έχει πλάκα έτσι...



Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

'Αρχισαν...


... οι νύχτες οι ανοιξιάτικες, 
με τις μυρωδιές, τα φεγγάρια, τα πουκάμισα 
και τις βόλτες με τη μηχανή ...


τι να λέμε...

:-)

Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Αι δύο απονομαί (και άλλες ιστορίες)


Η Κυριακή που πέρασε ήταν ξεχωριστή μέρα, για δύο λόγους / δύο απονομές.

Πρώτη απονομή το μετάλλιο τερματισμού στον ημιμαραθώνιο Αθηνών.


Ολοι παίρνουν μετάλλιο - μη τρελλαίνεσαι σα μια φίλη που με πίστεψε όταν της είπα ότι ήρθα δεύτερος.

Πρώτος μου επίσημος ημιμαραθώνιος (21,1 χλμ) αλλά όχι πρώτη φορά που τρέχω τέτοια απόσταση. Τερμάτισα σε χρόνο κάνα τέταρτο περισσότερο από αυτόν που υπολόγιζα, αλλά τα είχα κάνει μαντάρα στις προπονήσεις και δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου.

Τέλος καλό όλα καλά, βρήκαμε το λάθος και δεν θα το ξανακάνουμε. Οχι αυτό, τουλάχιστον.

Θα μπορούσα πραγματικά να σχολιάσω διάφορα για τον αθλητισμό και τη συμμετοχή και το ευ αγωνίζεσθαι και τα κανάλια που δεν ανέφεραν καν τον αγώνα (πλην της ΔΤ που τον έδειξε και μαγνητοσκόπηση) και όλα αυτά τα κομιλφό στερεότυπα, αλλά θα μείνω σε ένα μόνο πράμα.

Τα κωλαράκια.



Δισεκατομμύρια δρομείς γύρω μου -νταξ' 12.000 λένε ήταν- κάνε τις πράξεις και θα καταλάβεις τι γινόταν με τόσα κολάν και τόσα σορτσάκια τριγύρω.
Ηταν μάλιστα η πρώτη φορά που είδα τόσες γυναίκες να γυρνάνε κεφάλια και να κοιτάνε αλοιθωρίζοντας αντρικούς κώλους.
Μόνο που δεν σφυρίζανε.
Ωραία φάση, μέχρι να διαπιστώσω ότι ο ρυθμός που είχα σχεδιάσει δε μου έβγαινε, οπότε κατέβασα διακόπτες και πήγαινα χαλαρά χαζεύοντας τη θέα μέχρι τον τερματισμό.

Είχε πολύ πλάκα να βλέπεις τίγκα στους δρομείς και τα χρώματα την Πατησίων. Και τη Σταδίου, και την Πανεπιστημίου και την Βασ Σοφίας, και την Αλεξάνδρας...

Περνώντας την αψίδα του τερματισμού μας περίμεναν κοπέλες στη σειρά -σαν σε διόδια φαντάσου- αλλά με πάγκους και η κάθε μία μας έδινε με τη σειρά μετάλλιο, μετά νερό, μετά ισοτονικό, μετά μπανάνα και μετά πήγαινες για socializing και διατάσεις.
Εγώ άλλαξα λωρίδα για να μη μου κρεμάσει το μετάλλιο στο λαιμό μια χοντρή που είδα να με σημαδεύει από μακριά -χωρίς παρεξήγηση, αλλά τόσο δρόμο έκανα- και τελικά ο ελιγμός απέδωσε τα μάλα.

Μετά τον τερματισμό, τις διατάσεις, μερικά νερά, ισοτονικά και το σχετικό χαζολόι για τους παραπάνω λόγους, επιστρέψαμε σπίτι για νερά, νερά κι άλλα νερά, μερικά φρούτα, πετσέτα, μαγιώ και ξανακαβάλα το μηχανάκι για την κρύα δροσερή, παγωμένη θάλασσα του Ευβοϊκού, που όμως ήταν ότι έπρεπε μετά τον αγώνα.
Με ντάλα ήλιο, κανονική ζέστη και χωρίς τόσα κωλάράκια πια, η μισάωρη βουτιά ανάμεσα στις θείες που κουτσομπολεύαν ήταν καταπληκτική (δεύτερο μπάνιο έτσι;), αλλά ήθελα επειγόντως καύσιμα, οπότε ξανά σπίτι για περισσότερα νερά, ηλεκτρολύτες, μακαρονάδες, μπριζόλες και ύπνο.

Πρέπει να κατούρησα πρώτη φορά αφού ξυπνησα, κάνα δίωρο αργότερα, στο τσακ για να προλάβω τη δεύτερη απονομή της ημέρας, η οποία αφούσε στην κατάταξη μέσα στην νικητήρια πεντάδα που πήρε μία φωτογραφία μου σε έναν πανελλήνιο διαγωνισμό φωτογραφίας που προκύρηξε ένας δήμος.

Αυτή εδώ.


Ηταν μάλιστα από τις αγαπημένες μου από παλιά, κοσμεί το σαλόνι μου σε μεγάλη εκτύπωση από τότε, και την είχα ποστάρει κι εδώ μέσα δυο φορές παλιότερα.
Το θέμα του διαγωνισμού, ήταν πως με την αντιστροφή του τρόπου που κοιτάμε τα μύρια όσα συμβαίνουν γύρω μας μπορούμε να αντλούμε δύναμη κι ενέργεια και να βλέπουμε τα θετικά.
Εξ ου και ο ψάρακας που πέταξε λοιπόν.

Σε μία σεμνή τελετή (έτσι δε λένε;) ειπώθηκαν πέντε λόγια από τον διοργανωτή κι έφυγα με ένα αναμνηστικό λεύκωμα και το γνωστό μου στραβό χαμόγελο ικανοποίησης και ματαιοδοξίας και μπράβο μου κι όλας.

Τώρα που στα έγραφα όλα αυτά έτρωγα μια μαρουλοσαλάτα με τόνο, με ένα από τα δεκαεννέα μαρούλια που φύτεψα στην ζαρντινιέρα μου.

να'τη, αλλά είναι παλιά και είναι μικρά.
Μεγάλη επιτυχία!
Παίρνεις μαρουλίδια 3 εκατοστά ύψος, τα βάζεις στη γλάστρα με λίγο κοπριά, ποτίζεις κάθε μέρα και σε 50-60 μέρες τρως.
Επρεπε να 'χα βάλει και κάνα μπρόκολο ή θα έβγαινε στους αποκάτω άραγε;
Χωματάκι καθαρό, κοπριά, ούτε ψεκάσματα (που αναγκάζουν τη φίλη μου τη Σ. να πλένει τα μαρούλια με το σφουγγάρι και ava - έλεος!) ούτε τίποτα.

Τώρα αποκατάσταση, μαρουλοσαλάτες και φρικασέ, και φουλ προπόνηση για τον επόμενο αγώνα σε ενάμιση μήνα.

Τραγουδάκι καληνύχτας και πάω καναπέ για ριλάξ: