Πέμπτη, 22 Μαΐου 2008

Το χρονικό ενός αυτοκινούμενου τρόμου #2

Episode 2
"Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες"



Παίρνω που λέτε ένα ταξάκι, πάω κάπου στην Καβάλας, παραλαμβάνω το φοβερό αυτό όχημα και επιστρέφω στα γραφεία της εταιρίας για φόρτωμα και έναρξη του ταξιδιού.
Ο μπάρμπας που μου το παρέδωσε ήταν πολύ περήφανος για την άμαξα που μου έδινε. Καταγράψαμε τα σερβίτσια, τις κουβέρτες γιατί τυχόν ζημιές θα έπρεπε να αποζημιωθούν, παρά το γεγονός ότι του ζήτησα να μην τα αφήσει μέσα.
Μας έδωσε επίσης οδηγίες για τις ηλιοροφές, να τις έχουμε κλειστές, «γιατί οι μαλάκες οι τουρίστες τις ξεχνάνε ανοιχτές και τις σπάνε στα κλαδιά των δέντρων που πάνε και παρκάρουν από κάτω.»
Μάλιστα...
Τα γραφεία ήταν σε ένα από τα κτίρια του πύργου Αθηνών, και το πίσω στενάκι βόλευε πολύ για το φόρτωμα.
Εχουμε και λέμε: 8μιση η ώρα το πρωί, γίνεται της τρελής από κίνηση, και ένα αυτοκινούμενο από το πουθενά, έχει κλείσει το στενάκι που οδηγεί και στο παρκιν των πύργων.
Μόλις έκλεισα 5 λεπτά βρισίδι, έφυγα και έκανα το γύρο του τετραγώνου.
Στο επόμενο βρισίδι, αποφάσισα αντί να «χάσω χρόνο» και να κάνω το γύρο, να περάσω μέσα από το πάρκιν των πύργων για να κόψω δρόμο.
Πηδάω μέσα λοιπόν, καρφώνω πρώτη, γκάζι, χώνομαι στο υπόγειο γκαράζ και - ΓΚΡΜΠΑΑΑΑΑΜ - βρέθηκα κολλημένος στο παρμπρίζ!!!
Ρε γαμώτο που βρήκα; Θα είχε –σκέφτηκα- αυτά τα εμπόδια που μπαινοβγαίνουν από το έδαφος...
Κοιτάω τις ρόδες... καθαρές.
Και τολμώ να σηκώσω το κεφάλι μου...
Είχα βρει με τα κρεβάτια σε ένα τσιμεντένιο δοκάρι της οροφής.
Το καβούκι του αυτοκινούμενου είχε πάει κάνα δυο εκατοστά πίσω, και ταυτόχρονα εκεί που τσαλακώθηκε έχασκε από μία τρύπα σε κάθε πλευρά που φαινόταν η μόνωση και λίγο το εσωτερικό...
Καλά πάμε – σκέφτηκα...
Εν τω μεταξύ είχα γίνει ρόμπα, περίγελος, δακτυλοδεικτούμενος, κατακόκκινος, όλα ταυτόχρονα, και φυσικά η ουρά ήταν ακόμα πίσω μου βρίζοντας.
Οπισθεν και γύρω γύρω πάλι και χωρίς να πω τίποτα σε κανέναν – ούτε στον συνοδηγό μου, έναν συνάδελφο και συμφοιτητή μου που θα ταξιδεύαμε μαζί – συνεχίζω το φόρτωμα, και ξεκινάμε.

Ταχύτητα ταξιδιού 80χλμ.
Μέγιστη ταχύτητα 110χλμ.
Φρένα μηδέν.
Λάστιχα σλικ 120.000 χλμ τουλάχιστον και ξερά σαν δίσκος από γραμμόφωνο.
Αθλιο κασετόφωνο, και ο άλλος δεν είχε δίπλωμα.

Και ταξιδεύαμε...

Δεν θυμάμαι που πηγαίναμε, αλλά περάσαμε από Δομοκό.
Στροφές ανηφορικές και ψιλόβροχο.
Τον Αρι Βατάνεν τον θυμάστε;
Ε λοιπόν, φαντάσου τώρα:
Ψιλοβρέχει, έχει γλίτσα, δεν έχεις λάστιχα, κατεβάζεις ταχύτητες από το τιμόνι για να ανέβεις τα καγκέλια, και πετάει κώλο το τροχόσπιτο!!!
Και όχι μόνο αυτό, αλλά σε κάθε κωλιά, σπάνε και μερικά πιάτα!
Μετά θυμάμαι κάτι γραμμές τρένου που τις περνάγαμε συνεχώς.
Στην αρχή προσέχαμε να μην σπάσουμε άλλα πιάτα στις διαβάσεις των γραμμών, αρχίσαμε όμως να κλαίμε από τα γέλια και καταλήξαμε να τις περνάγαμε όσο πιο άτσαλα μπορούσα, για να τα σπάσουμε όλα.
Με τα πολλά, φτάσαμε στον πρώτο πελάτη (ίσως στην Πτολεμαΐδα), όπου είχε πλάκα γιατί, με το παρκάραμε και ξεφορτώναμε τα pc (δυο κουτιά είναι μόνο) έβγαιναν από τα μπαλκόνια και ρωτάγανε «Τι πουλάτε;»
Τελειώσαμε τον πελατάκο, και πήγαμε για φαγητό και ύπνο στο ξενοδοχείο, αφού με περισσή τέχνη είχαμε πείσει το αφεντικό, να μας δώσει λεφτά για ξενοδοχείο γιατί στην αρχή ήθελε να κοιμηθούμε στο αυτοκίνητο για οικονομία....

Συνεχίσαμε την άλλη μέρα για πιο βόρεια. Ισως Φλώρινα. Αλλος πελατάκος εκεί χωρίς πολλά πολλά απρόοπτα, εκτός από το ότι σπάσαμε τις ηλιοροφές που είχαμε ανοιχτές για τη τσιγαρίλα, σε κάτι κλαδιά, ακριβώς «σαν τους μαλάκες τους τουρίστες». Την στερεώσαμε με πατέντα, πάντως.

Ετσι πέρναγαν οι μέρες (5-6 στο σύνολο) όταν είχαμε φτάσει κάπου προς Χαλκιδική.
Ηταν βράδυ, έβρεχε, η τράκα στα κρεβάτια, έμπαζε νερά και είχαν βραχεί τα στρώματα, και είχαμε μείνει από βενζίνη.
Παρκάρω σε ένα κλειστό βενζινάδικο, τρώμε κάτι μπισκότα που είχαμε μαζί, και ύπνο μέσα στο αυτοκίνητο με τις ψωριάρικες κουβέρτες, ο ένας στα βρεμένα στρώματα, και ο άλλος στον καναπέ-κρεβάτι-τραπέζι.
Το βράδυ σκεφτόμουν τι θα έλεγα, για τις σπασμένες ηλιοροφές, τα σπασμένα πιάτα, τα σπασμένα ποτήρια και κυρίως για τα διαλυμένα κρεβάτια, όπου πλέον η μόνωση είχε βγει έξω και ανέμιζε...
Ξαναξημερώνει, φουλάρουμε στον έκπληκτο βενζινά, πάμε στον πελατάκο, και τον τελειώνουμε το απόγευμα.
Τα είχαμε φτύσει τόσες μέρες, είχαμε αρχίσει και να αρπαζόμαστε εύκολα μεταξύ μας, οπότε αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε αμέσως και να επιστρέψουμε Αθήνα. Θα φτάναμε κατά τα μεσάνυχτα ή λίγο πιο μετά.
Ετσι νομίζαμε τουλάχιστον....

Συνεχιζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: