Παρασκευή, 23 Μαΐου 2008

Το χρονικό ενός αυτοκινούμενου τρόμου #3


Episode 3
Το μακελειό

Ξεκινήσαμε λοιπόν μεσημεροαπόγευμα από Χαλκιδική για Αθήνα.
Κουρασμένοι, με 80 και σε καμιά προσπέραση με 100, με δεκάδες σπασμένα πιάτα, σπασμένα ποτήρια, βρεμένα στρώματα, σπασμένες ηλιοροφές και σακατεμένα τα κρεβάτια του αυτοκινούμενου. Επί πλέον, ο συνάδελφος δεν οδηγούσε.
Φτάνουμε Θεσσαλονίκη, φτάνουμε Κατερίνη, περνάμε τα Τέμπη και αρχίζω να νυστάζω.
Σε μερικές στιγμές τα μάτια μου έκλειναν και πρέπει να χανόμουν εντελώς.
Θυμάμαι τη διπλή γραμμή του δρόμου να περνάει πέρα – δώθε φωτισμένη από τα φώτα μου, εγώ να ταράζομαι και δίπλα μου να ροχαλίζει ο άλλος. Πρέπει να βρεθήκαμε πολλές φορές στο αντίθετο ρεύμα...
Τι παράθυρα άνοιγα, τι μουσικές, τι τσιγάρα και καφέδες και κοκα κόλες, μόνο ύπνο θέλει η κούραση...
Σύντομα άρχισα να ανησυχώ για τη βενζίνη. Ο δείκτης ήταν χαμηλά για πολύ ώρα, και εμείς ήμασταν στις ευθείες της Λάρισσας μέσα στη νύχα. Βενζινάδικο δεν είχα ιδέα που υπήρχε, και μέσα στον ύπνο μου έπρεπε να προσέχω και γι αυτό.
Ξαφνικά περνάει δεξιά μου με 80 μία BP. Θυμάμαι τα πράσινα χρώματα.
Ξυπνάω, κάνω δεξιά και πλακώνομαι στα φρένα στην άκρη του δρόμου σε ένα άνοιγμα σαν πάρκιν. Σταματήσαμε σχεδόν μέσα στα χόρτα. Ξυπνάει ο συνάδελφος, ενταξει – λέω – βενζίνα, τσεκάρω καθρέφτες, το βενζινάδικο ήταν ακριβώς πίσω μου.
Το αυτοκινούμενο πίσω δεν έχει τζάμι, οπότε πας μόνο με τους πλαϊνούς καθρέφτες.
Κανένα πρόβλημα. Τσεκάρω το βενζινάδικο και ήταν ακριβώς στην ευθεία μου. Σταθερά και σβέλτα με όπισθεν το πλησιάζω πηγαίνοντας με τους καθρέφτες.
Ξαφνικά ΣΚΡΤΖΜΠΑΑΑΑΑΑΜ και κολλάμε και οι δύο στα καθίσματα.
Ελεος σκέφτομαι – δεν είχε τίποτα πίσω μου τι έγινε; Και πηδάω έξω.
Το βενζινάδικο απείχε γύρω στα 20 μέτρα και βλέπω 5-6 τύπους να κοιτάνε προς το μέρος μου και να τρέχουν έντρομοι στα χωράφια αλλαλάζοντας.
Κάτι ψυλιάζομαι και όντως!
Οταν πάω στο πίσω μέρος του σκατοαυτοκινούμενου βλέπω ότι έχω ξαπλώσει κάτω την αντλία του ντίζελ!
Η αντλία για κάποιο άγνωστο λόγο, ήταν μόνη της στη μέση μιας αλάνας, χωρίς φώτα, χωρίς στέγαστρο, χωρίς τίποτα, και κατά διαβολική σύμπτωση με το φρανάρισμα το αυτοκίνητο είχε σταματήσει ακριβώς στην ευθεία της αντλίας οπότε και δεν την είδα ποτέ απο τους καθρέφτες.
Το σπρώχνουμε 5-6 μέτρα μπροστά σβηστό, τσεκάρω την αντλία, διαρροή δεν υπήρχε, πάω στο βενζινάδικο, μαζεύω τον κόσμο απο τα χωράφια, τρώω ένα κράξιμο ωραιότατο και φωνάζουμε αστυνομία.
Ερχεται περιπολικό, παραλίγο να μας πιάσουν τα γέλια, καταγράφει, δίνω ασφάλειες, διπλώματα, κλπ και σε κάνα δίωρο ξαναφεύγουμε. Η μόνη ζημιά ήταν ένα ξεκολλημένο αλουμίνιο από το πίσω μέρος συν το ότι χάσαμε δύο ώρες και είχε πάει 4-5 το πρωί ή εκεί γύρω.
Στο δρόμο ξανά ύπνος στο τιμόνι, μέχρι που άρχισε να χαράζει και βελτιώθηκε η κατάσταση. Κατά τις 7 ήμουν στην Καβάλας για να παραδώσω το αυτοκινούμενο.
Ερχεται ο τύπος λοιπόν,
Ανοίγει το μαγαζί, χαιρετιόμαστε (θα πάθεις έμφραγμα τώρα – σκέφτομαι)
Πως πήγε φίλε το ταξίδι;
Μια χαρά,
Ολα καλά;
Ε, είχαμε και κάτι απρόοπτα...
Καφεδάκι θες.
Οχι ευχαριστώ. (να τελειώνω ήθελα μόνο και να πάω να πεθάνω στο κρεβάτι μου)
Για πες λοιπόν...
Ε να, σπάσανε μερικά πιάτα...
Μμμμ
... και τα ποτήρια...
Ωχχχχ
Ε σας είχα πει να μην τα παρουμε.
Μη σε νοιάζει αγόρι μου, γι αυτό είναι η εγγύηση. Αυτά μόνο;
Οχι ακριβώς...
Για λέγε...
Εσπασαν και οι ηλιοροφές, αλλά εμείς προσέχαμε! απλά έγειρε ένα κλαδί ενός δέντρου και καταλαβαίνετε...
Πως.... πως... καταλαβαίνω... άλλο;
Να.. πίσω δεν έχει ένα αλουμινάκι προστατευτικό;
Μία ρίγα λεπτή με πριτσίνια;
Αυτό.
Ε, τι;
Ξηλώθηκε και κρέμεται.
Καλά αυτό πως έγινε.
Πήρα σβάρνα μία αντλία ντήζελ σε ένα βενζινάδικο. (με ύφος «τι ώρα έχετε; - πέντε και τέταρτο»)
Κάγκελο ο τύπος. Γουρλώνει τα μάτια, σαστίζει, με κοιτάει, το κοιτάει, κοιτάει γύρω γύρω και πάει να φύγει....
Μισό λεπτάκι του λέω...
Γυρνάει αμίλητος και με κοιτάει.
Κάναμε και άλλη μία ζημίτσα.
Συνεχίζει παγωμένος να με κοιτάει. (δεν το πίστευε αυτό το πράμα)
Να, δείτε από μπροστά τα κρεβάτια πάνω από την καμπίνα.
Με αργές κινήσεις κοιτάει τις τρύπες που έχασκαν δεξιά κι αριστερά στο αυτοκινούμενο και τις μονώσεις που είχαν πλέον διαλυθεί, κάθεται ακίνητος για κάνα λεπτό και πάει μέσα.
Τον ακολουθώ μέσα.
Ανάβει τσιγάρο, βγάζει κάτι φθόγους μμμφχχμπμμμφφφ και μερικούς ακόμα, ξυπνάει τον ασφαλιστή του, εγώ νυστάζω όσο ποτέ άλλοτε και ντρέπομαι ταυτόχρονα, του δίνω δίπλωμα, καταγράφουμε ζημιές, και σε καμιά ώρα παίρνω ένα ταξί και φεύγω.
Συνολικά έκανα 14 ώρες από Χαλκιδική και μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα, είχα καταστρέψει ένα βανάκι, ένα αυτοκινούμενο, μου τράκαρε το αμάξι ένας χαπακωμένος και μου το εξολόθρευσε ένας κάγκουρας με πειραγμένο τσικουετσέντο.
Δίκαιο, νομίζω... όχι;

1 σχόλιο:

Batzio είπε...

Σε τρόμαξε το μάτι μου πάντως...

χαχαχα