Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Βόλτα για καφεδάκι.


Υπότιτλος:
"Κουφό Καμάκι, Αλκοόλ Δε Φοβάται"

Περάστε, καθήστε, έχω cookies στο τραπεζάκι, φάτε τα κάποιος γιατί εμένα μου αρκούν κάνα δύο μόνο. Βάζω και καφέ.

Ιστορία:

Μια Κυριακή πρωί, αρκετά έτη φωτός πριν (αν και το έτος φωτός, είναι μονάδα μέτρησης απόστασης και όχι χρόνου νομίζω) χτύπησε το κινητό μου:

Επείγουσα κλήση έκτακτης ανάγκης για καφέ.
Με δύο κολλητούς.
Και μηχανάκια εννοείται.
Εκτακτα!
Ραντεβού κάπου και αναχώρηση για Χαλκίδα.
Ωραία λιακάδα θυμάμαι, καμιά άνοιξη θα ήταν, ίσως και Σεπτέμβρης.
Φτάνουμε Χαλκίδα, ωραία, πολύ κόσμος, καφές, αλλά μια από τα ίδια: γυαλί, μαλλί και παντελόνι Lee, τι βαρετά θεέ μου με το μπουλούκι.
Κοιταζόμαστε - ώρα για ούζα.

Παμε Νέα Λάμψακο στου Περικλή.
Μακελειό, βρωμιάρικο, να πέφτουν κάτω οι τσιπούρες και να τις ξαναρίχνει στη σχάρα, χαμός, τα χτένια να ψήνονται στη σόμπα (άρα είχε κρύο - μάλλον άνοιξη θα ήταν), χταπόδια λιαστά, ούζα, κι άλλα ούζα, ήλιος να μπαίνει από το νάιλον, γιαλιά ηλίου, τάβλα (τι τάβλα;) , τύφλα, ούζα, φέρε, γέλια, φίλοι, σχέδια, απόγευμα.

Ολα φαίνονταν φυσιολογικά όταν ξαφνικά έπεσε μία ρητορική ερώτηση:

"Μαλάκες αύριο έχετε δουλειά;"
"...."
"Εννοώ έχετε δουλειά στη δουλειά; Δεν μένουμε εδώ γύρω το βράδυ και γυρνάμε αύριο;"

(Επρεπε να δεις τις φάτσες μας. Σαν τα σκυλιά που τους τάζεις μεζέ και βόλτα ταυτόχρονα)

ΟΛΟΙ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΚΙ ΕΝΑΣ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ!

Με τα ξίφη μας κάνουμε το σήμα των τριών μεθυσμένων μηχανόβιων, σφυράμε, έρχονται τα μηχανάκια, πηδάμε πάνω τους από τον πρώτο όροφο του σαλούν, και συνεχίζουμε για Ερέτρια προς καφέ και διανυκτέρευση.

Δεν θυμάμαι πως, αλλά φτάσαμε όλοι και μάλιστα μαζί.
Ηταν ανοιχτό μόνο ένα μαγαζί στο λιμάνι στα φέρυ, με έναν μεγάλο Βούδα στη βιτρίνα.

Εδώ έχω χάσει λίγο τη σειρά: ή πρώτα κυνηγουσαμε τρεις τύπισες με ένα ΙΧ πάνω κάτω στην παραλία της Ερέτριας μέχρι που παρα -- αααααα, την άλλη μέρα ήταν αυτό - πάμ' παρακατω.
Η πιάσαμε δωμάτιο πρώτα; γιατί θυμάμαι που αγοράσαμε οδοντόβουρτσες από ένα μινιμαρκετ.

"Γεια σας οδοντόβουρστες έχετε;"

Τελικά πιάσαμε δωμάτιο πρώτα. Ναι, ήταν κολλεξιόν ανοιξη χειμώνας σίγουρα τελικά, γιατί θυμήθηκα ότι παλεύαμε με το κλιματιστικό να πάρει μπρος στο ζεστό, για το βράδυ. Α ρε Αλσχάιμερ...
 Παρκάρουμε κάπου στο ξενοδοχείο τα μηχανάκια (ένα ένα μου' ρχονται), μπαίνουμε στο Βούδα, ένα νες μέτριο , ένα ελληνικό κι έναν μέτριο ακόμα. Νέκρα, τι περίμενες; κάτι καναπέδες, πιάνουμε γωνίτσα, έξω τα φέρυ αρμένιζαν, επεφτε και ο ήλιος σιγά σιγά, ωραία μουσικούλα, θάλασσα, πολύ ρομαντικά τα τρία μας, κάτι λέγαμε για τσιμούχες, λάστιχα και ορειβασίες, κάνα ρέψιμο τις γιαλιστερές και τις γαρίδες, μπαίνουν κάτι σχολιαρόπαιδα, αρχίζει η φασαρία, μπαίνουν κι άλλα, φασαρίζει κι άλλο, δυναμώνει η μουσική, τελείωσε κι ο καφές, παίρνουμε τρεις μπύρες, αρχίζει και βαράει, νύχτωσε, κι άλλες τρεις, έρχονται κι άλλοι μεγαλύτεροι τώρα, και μεγαλύτερες, γαμώ ε;, φώτα, σηκωνόμαστε πάμε μπάρα για καμιά μπύρα, στριμωξίδι, κι άλλες μπύρες, καρότα, αγγούρια, κι άλλες, κολλητιλίκια με τον μπάρμαν, φυστίκια, κι άλλες μπύρες, τυριά και αλλαντικά, γίνεται πλέον της μουρλής, τσιπς, είμαστε ξανά τύφλα, ο μπάρμαν έχει καβαλήσει τη μπάρα για να μας φέρει γαρίδες για τις μπύρες (!!! μλκ γαρίδες?!?!)  έχει σηκώσει τη μπλούζα κι είναι η κοιλούμπα έξω και ούρλιάζουμε όλοι μαζί - ο καθένας για δικό του λόγο - το απόλυτο κενό, απίθανα, παρένθεση:

(χάριν οικογενεικής γαλήνης των φίλων μου θα προσποιηθώ ότι δεν θυμάμαι τον μπάρμαν να έχει  βάλει το χέρι του μέσα στο πουκάμισο ενός σωματοφύλακα και να του χαϊδεύει το στέρνο ξερογλειφόμενος δεν ξέρω για τι, αλλά και ποιός ξέρει τι άλλο δεν θυμάμαι πραγματικά.)

Κλείνει η παρένθεση: ουρλιάζουμε που λες, χαμός, δεν βλέπουμε μπροστά μας, αντε να 'χει πάει 11 η ώρα, με το που γίνεται κι αυτό με τα χάδια, λέμε οκ τον πούλο, σε λίγο θα πέσουμε ξεροί ούτως ή άλλως, πάμε από τώρα για ύπνο. Χαιρετάμε, βγαίνουμε σκουντουφλώντας, χαχανητά, αντροπαρέα, το ένα μέλος της οποίας λέει:

"Ρε μαλάκες, κάνα ελληνικό δεν με πήγατε να ακούσουμε"  και δεν εννοούσε Αρλέτα.

Τυχαία περνάγαμε μπροστά από ένα μαγαζί με φούξια φώτα και απομίμηση κάστρου νομίζω, ή μπλε φώτα και απομίμιση Φούξιας;;; με όνομα  που παρέπεμπε σε Ελληνάδικο, μπορεί να το έλεγαν κι έτσι. Αλλα πιθανά ονόματα είναι Κόλαση και  Καραμούζα.

Ετσι είσαι ρε;
Τον αρπάζω και τον πετάω μέσα.
Ερχεται κι ο τρίτος από πίσω έρπειν.

Μέχρι να συνέλθουν τα μάτια μας από το black light, έχουμε βρεθεί με μία μπύρα ακομα στο χέρι και παραδόξως πως, ο καθένας και σε άλλη πλευρά του μαγαζιού. Το μαγαζί μισοάδειο -είναι νωρίς- να παίζει σκυλάδικα φυσικά, κάτι καμένοι τοπικοί παράγοντες, κάτι τύπισες ότι να ναι, χάλια, το wwf και η greenpeace μαζί, κι η άρτα με τα γιάννενα, κι εμείς τύφλα.
Εντελώς.
Αλλά ο άλλος έκανε παράπονα ότι δεν τον πάμε για ελληνικά.
Κι ούτε που τον έχουμε ξαναπάει απο τότε. Ουτε και πριν.

Εγειρα σε έναν τοίχο, κάπως βρέθηκα και με μια μπύρα, θυμάμαι έναν καθρέφτη, τη μπύρα που δεν ακούμπησα καν,  ένα μεταλλικό μπαρ και ότι μπορεί και να κοιμήθηκα όρθιος σε κάποια φάση. Οι άλλοι μπορεί και να κοιμόντουσαν στο πάτωμα, δεν τους έβλεπα καν. Μετά τους ξέχασα.
Θυμάμαι επίσης έναν μπαρμπα 60άρη, από αυτούς που σε κυνηγάνε με καραμπίνες με το αγροτικό γιατί μίλησες στην κόρη τους, να μου ρίχνει στραβές ματιές.
Ο μπάρμπας ηρθε σε μια φάση μπροστά μου, - λίγο άγριος είναι η αλήθεια -  και με ρώτησε κάτι.

Δεν ξέρω τι με ρώτησε αλλά εγώ άκουσα: "Θέλεις να μου κάνεις καμάκι;"

Προφανώς και άκουσα λάθος, αλλά δεν ήταν το μόνο λάθος.
Αντι να αναρωτηθώ από μέσα μου, αναρωτήθηκα δυνατά.
Και του απαντάω:

(σκυλάδικα τέρμα, εγώ τύφλα, δεν εστιάζω κάν)

"Τι είπατεεε;;; Να σας κάνω καμάκι;" (στον πληθυντικό έτσι;)

Ο τύπος μένει κάγκελο: "Τι είπες ρε;"

Του επαναλαμβάνω πιο καθαρά: "Τι είπατε λέω; Να σας κάνω καμάκι;"

Μα αφού ρώτησε...

Με αρπάζει από το μπουφάν, κάτι ταρακουνήματα θυμάμαι και κάτι φωνές, μετά τη γραβάτα ενός ψηλού (πολύ ψηλού) μπράβου, ο οποίος είπε κάτι διπλωματίες και με συνόδεψε ευγενικά έξω.
Παραδόξως έξω είδα και τους άλλους, οι οποίοι βγήκαν γιατί βγήκα -αλλιώς θα 'ταν ακόμα εκεί- και μάλιστα ισχυρίζονται ακόμα ότι όλη την ώρα ήταν δίπλα μου.

Οταν τους είπα ότι δεν κατάλαβα τι έγινε, μου είπαν ότι ο τύπος νόμιζε ότι την πέφταμε στα κορίτσια του (το ντετόλ, το κλύσμα και τη χλωρίνη μαζί) και με ρώτησε ειρωνικά:
"Παιδιά ήρθατε να κάνετε καμάκι στα κορίτσια;" ή κάτι τέτοιο και εγώ το έκανα ροζ ιστορία...

Τέλος πάντων δεν ήμασταν και σε διεθνή ύδατα ακριβώς, μπροστά στο σκυλάδικο με τους κορίτσαρους και τον αγριεμένο παράγοντα, οπότε φύγαμε λαχανιασμένοι, σκασμένοι στα γέλια και ημιλιπόθυμοι, βεβαιωθήκαμε ότι δεν φαίνονταν τα μηχανάκια εκεί που τα 'χαμε παρκάρει και πεθάναμε στα κρεββάτια μας.

Χωρίς να πλύνουμε δόντια.

Το πρωί της Δευτέρας ήμασταν -φυσικά- χάλια.
Πολύ χάλια.

Λοιπόν όχι - χτες συνέβη: (σορρυ πάνε πολλά χρόνια) Ακου: με το που φτάσαμε Ερέτρια από τη Λάμψακο, εγώ φρέναρα στο βούδα, ο άλλος πήγε ίσα πέρα όπου να ναι, κι ο άλλος που περίσσευε πήγε κόστα κόστα εξερεύνηση για κάτι νησάκια στο βάθος. Ξανακαβαλάω και πάω να τους μαζέψω σαν το τσομπανόσκυλο, ο ένας γλυκοκοίταζε το φέρι μποουτ για κάποιο λόγο κι ο άλλος βρήκε ένα ΙΧ με τρεις τύπισσες, που χασκογελάγανε. Αρχίζει να τις ακολουθάει, πάω κι εγώ, χαρά αυτές που τις κυνηγάνε οι μηχανόβιοι (τρομάρα μας), ματάκια, γελάκια, κόρνες, πόζες, παραλίγο να φάμε και κάτι τούμπες, πάω να φέρω τον άλλονα ο οποίος έχει ταμπουρωθεί μέσα στο φέρρυ, πάμε ρε έχει γκόμενες, βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, πάω πίσω στον άλλο που κοντεύει να μπει μέσα στο ΙΧ, δεν καταλαβαίναμε και πολλά με τόσα ούζα - μη νομίζεις, τον φέρνω μπάινουμε στο φέρυ επειδή ήταν μέσα ο πρώτος, λύνει το φέρρυ, ξεκινάει για Ωρωπό με καθυστέρηση κι όλας γιατί μας περίμενε (μας είχε πάρει χαμπάρι όλος ο στόλος) και τότε αναρωτιόμαστε: "γιατί ρε μαλάκες μπήκαμε στο φερυ μποτ?"

Μετά από κάτι ακαταλαβίστικες συνεννοήσεις και δικαιολογίες του κώλου, πάμε στον καπετάνιο και του ανακοινώνουμε ότι δεν θα βγούμε και θα μας γυρίσει πίσω τζάμπα.
Εντάξει δεν το είχε ξανακούσει, φτάσαμε, βγήκε ένας, έβγαλε εισιτήρια (ούτε οι λιμενικοί και ούτε οι εισιτηριοκόπτες το είχαν ξανακούσει) ξαναγυρίσαμε με το ίδιο, στο δρόμο διασταυρωθήκαμε και με το άλλο φέρυ που ερχότανε με τις τρεις τύπισσες στην γέφυρα να μας κοιτάνε απορημένες κι εμείς να μουτζωνόμαστε σε ζεύγη, χιαστί και εκατέρωθεν. Μετά πήγαμε Χοτέλ και ότι άλλο πάθαμε που σου είπα πριν.

Το πρωί της Δευτέρας λοιπόν, χάλια μαύρα, πήραμε το φέρρυ, περάσαμε Ωρωπό, φάγαμε σούπες, πατσάδες κάπου κοντά στα ψαράδικα, συνήλθαμε κάπως και γυρίσαμε Αθήνα με 60 το πολύ, για να ξεκουραστούμε στα γραφεία μας.

Για OST τούτου του ποστ είμαι μεταξύ Ζουγανέλη που τον ξέρεις,
και αυτουνού, που δεν τον ξέρεις:


Διάλεξε.


4 σχόλια:

Δημήτρης είπε...

Και το παληκάρι στο βίντεο, τσιπούρες στου Περικλή θα έφαγε πριν πάει για χωρό.

Στην ευχή, με πέθανες νυχτιάτικα!

Ανώνυμος είπε...

ασε, τα θυμαμαι και κυλιεμαι απο τα γελια.

C.

Ο σκύλος της Βάλια Κάλντα είπε...

Don't drink and drive!
Smoke and fly!

AnD είπε...

xaaxxa
Ρεμάλια!
Τι κάνατε ρε; χαχααχ
Μια χαρά, πάντα τέτοια!