Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012

Το πιο δύσκολο βήμα.



Χτες μπήκα ζαλισμένος στο σπίτι από το γραφείο, στις εννιά παρά.
Εκατσα λίγο ακίνητος και αναποφάσιστος μεταξύ τρεξίματος και φαγητού/καναπέ/χαλάρωσης, τελικά κέρδισε η κούραση και μπήκα για ντους.

Μόλις όμως έβρεξα το ένα πόδι, κατάλαβα...
Βγήκα αμέσως μισοβρεγμένος, έβαλα ένα σορτσάκι και μια μπλούζα που βρήκα πεταμένη, τα αθλητικά και βγήκα για ένα πενταράκι χιλιομετράκια με τη πανσέληνο φάτσα και δροσερό αεράκι άλλο πράμα, που πολύ τα χάρηκα αμφότερα.

Σήμερα πέτυχα το παρακάτω και το θυμήθηκα.


Πόσο αληθινό...
Πόσες φορές, ειμαι τόσο κουρασμένος ή τόσο στρεσσαρισμένος ή τόσο χάλιας που είτε δεν ξεκουβαλάω όπως χτες, είτε είμαι 100% σίγουρος ότι θα πεθάνω από έμφραγμα στα πρώτα μέτρα και θα με φάνε τα τσακάλια...

Τελικά, μετά από κάνα τέταρτο ξεχνάω τα πάντα, ξεχνάω τις σκοτούρες, ξεχνάω τη κούραση, τη ζάλη, την πείνα, ξεχνάω κι ότι τρέχω ακόμα!

Δεν μπορώ να στο περιγράψω αλλιώς: Ανάταση.

Στα δυο χρόνια που τρέχω, μόνο μία φορά τα παράτησα και γύρισα. Ποιος ξέρει γιατί, ούτε που θυμάμαι.

Και Τώρα Η Ιστορία Της Ημέρας:

Δειλινό και καθόμουν στο καφενείο ενός ορεινού χωριού, πίνοντας σόδες για να χωνέψω τις προβατίνες.
Ο ήλιος μόλις είχε δύσει και υπήρχε αυτό το γλυκό ημίφως της καλύτερης ώρας της ημέρας.
Πουρνάρια, βουνά, πουλιά, κουδούνες από πρόβατα και στο βάθος μακρυά φαινόταν το γήπεδο του χωριού.

Χάζευα μια τις νυχτερίδες, μία τις πρώτες πυγολαμπίδες, μια τα πουλιά, μια τα βουνά, μια τα Εεεεεεεπππ!!!! κάποιος έτρεχε στο γήπεδο!!!

Ρωτάω αμέσως ποιος τρέχει, μου λένε είναι ο Τάδες.

(Ο Ταδες είναι ένας μπάρμπας κάτοικος του χωριού.)

Μάλιστα....

Την άλλη μέρα πέτυχα τον Τάδε, κάπου μέσα στο χωριό και πιάσαμε κουβέντα για κότες και κυνηγόσκυλα.

Οι πρώτες μου λέξεις, κι έτσι. Τι τρώνε οι κότες, ποιανού είναι αυτός ο κόκκορας, που χέζουν τα σκυλιά, γιατί φοράνε αλεξίσφαιρα όταν κυνηγάνε αγριογούρουνα, πως τα φωνάζει και άλλες αθηναϊκές απορίες.

Ξαφνικά τρώω φλας και τον ρωτάω:

"Ρε συ Τάδε, τρέχεις;;;"

Σταματάει, καμαρώνει, χαμογελάει και απαντάει:

"Ναι! Κάνω 10 γύρους!"  (κάνα τριάρι χιλιόμετρα υπολόγιζε)
"Πόσο χρονώ μέ καν'ς;"

"Εξηνταδύο;" τον ρωτάω.. (και καλά, για να νιώσει ωραία...)

"Είμαι εβδομηντατριών ετών" και συνεχίζει: "Ολα αυτά τα βουνά τα περπατάω από πάνω ως κάτω"

"Τα περπατάς ή τα περπατούσες;"

"Τιιιι;;; τα περπατάω συνέχεια, για το κυνήγι και τα ζώα, δεν καπνίζω καθόλου μόνο κάνα τσιπουράκι πίνω παραπάνω" και με κοίταξε ένοχα, καθώς μερικές μέρες πριν τον είχα βγάλει από κάτι βάτα που είχε πέσει με φόρα παραπατώντας όντας τύφλα από τα τσίπουρα.

Αντε και στα δικά μας 73 να τρέχουμε ακόμα.
(και να πίνουμε, και να πίνουμε...)




7 σχόλια:

Δημήτρης είπε...

Όταν το διάβασα ήμουν σε φάση να βγω-να μη βγω. Καλή συμβουλή έδωσες. Όσο για τις τελικές ευχές δεν το συζητάω καν!

Chocorello είπε...

Πιν'τι πιν'τι, δεν ξέρτι τι σας γιν'τι...

Τρέχα - περπάτα - κάνε ότι σου κατεβαίνει. Ελπίζω να βγήκες τελικά!

Δημήτρης είπε...

Ε ναι! Και θα έχει και ποστ σε λίγο. :)

Chocorello είπε...

Η γιαγιά μου έλεγε κάτι σχετικό:

"Βγήκα δυο φορές σήμερα. Θα έχει κρυώσει η κοιλιά μου φαίνεται..."

ΧΑΧΑΧαχαΧχαχΑΧαΧχΑαΧΑαχΑ

Δημήτρης είπε...

Όχι ρε, δεν παίζεσαι.

Foolosopher είπε...

Το πιο δύσκολο βήμα είναι συνήθως πάντα το πρώτο, διότι είναι αυτό που μας ξεβολεύει...
Με ρέγουλα το πιοτί, καταστρέφει το εργαλείο!

Chocorello είπε...

"Το ξεβολεύειν εστί φιλοσοφείν"