Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2008

Σικελία (Μέρος 7ο)

Έκτη μέρα.
Δεν ξύπνησα στις οκτώ από το ξυπνητήρι μου, αλλά στις οκτώ και δέκα από το τηλεφώνημα της BMW Ελλάδας που είπε πως η οδική βοήθεια είναι ή στο δρόμο ή στην πύλη του κάμπινγκ.
Ντύθηκα – πλύθηκα και πήγα στην πύλη. Δεν ήταν κανείς. Ειδοποίησα την κυρία του κάμπινγκ και γύρισα να κάνω καφέ. Καθώς ανέβαινα προς την πύλη με το καφεδάκι μου είδα το φορτηγό να περιμένει. “Γαμώτο, δεν μπορούσαν να στείλουν μία ντίζα; Τώρα θα έπρεπε να με μεταφέρουν στο Παλέρμο, 80 χιλιόμετρα από εδώ.” Πήγα για τις συνεννοήσεις και ξαναγύρισα να πάρω το κράνος μου, γάντια και ένα τζην μπουφάν.
Φορτώσαμε την μηχανή με άψογο δέσιμο και αφού αφήσαμε τον ένα μηχανικό κάπου πήραμε τον δρόμο για το Παλέρμο, εγώ κι ο οδηγός στο φορτηγό με τη μηχανή μου φορτωμένη από πίσω.
Σταματήσαμε για καφέ. Εσπρέσο. Κέρασα εγώ. Ο οδηγός – δεν ρώτησα το όνομα του, ένα παλικάρι 25 χρονών – κέρασε τσιγάρο. Συνεχίσαμε. Πιάσαμε κουβέντα. Στα Ιταλοαγγλικά με εξάρσεις νοηματικής. Είχε ένα Tenere και είχε πάει Τυνησία με αυτό, πολύ ωραία, ασφαλής και με πολύ ζέστη. Τώρα είχε ένα CBR ή κάτι τέτοιο. Ήθελε να έρθει Ελλάδα του χρόνου για διακοπές να δει και τους Ολυμπιακούς. Το Παλέρμο πλησίαζε. Δεν υπήρχε πια πρόβλημα εγκληματικότητας, έτσι μου είπε.
Με άφησε στο υπόγειο της BMW του Παλέρμου. Παρέμενα σιωπηλός καθώς εξηγούσε στους συνεργειάδες από που ξεφύτρωσα. Με κοιτούσαν όλοι δυσάρεστα. Κάποια στιγμή ο αρχηγός με ρώτησε κάτι το εξέλαβα ως «Από που είσαι;» και απάντησα “Greco!”. Χαμόγελα ανακούφισης εμφανίστηκαν σε όλους και χάρηκαν που είμαι Greco και όχι Inglese
“Ποιο είναι το πρόβλημα;” – ρώτησε ο αρχηγός.
Του έδειξα την ντίζα...
Solo problemo?” – ρωτάει έκπληκτος...
Solo…” του απαντώ γελώντας.
Φώναξε έναν πιτσιρικά που πήρε το μηχανάκι μου μέσα. Έδωσα την άδεια κυκλοφορίας, καταγράφηκα ως πελάτης στο κομπιούτερ του, έδωσα τα στοιχεία μου στην γραμματεία. Κλασσική BMW….
Έκανα νόημα στον πιτσιρικά να τσεκάρει τα λάδια και να μου κολλήσει – αν γινόταν – το στάντ, καθώς μου έφερε στο χέρι το σιδερικό που είναι κολλημένο πάνω του και χρησιμεύει για να το τραβάς με το πόδι. Μου είχε σπάσει μάλλον στην Taormina την πρώτη μέρα. Προφανώς κάποιος πάτησε πάνω του...
Του είπα “οil-check, per favore…” και “Bzzzz Gzzzz Gzzzzz per stand” μιμούμενος τέλεια την ήχο της ηλεκτροσυγκόλλησης....
Γέλασε και χώθηκε στο συνεργείο.
Καθώς σκεφτόμουν τα προηγούμενα σκέφτηκα ότι το ρεύμα της ηλεκτροσυγκόλλησης θα τίναζε στον αέρα μπαταρία, εγκέφαλο, ψεκασμό και τα νεύρα μου. Όρμησα στο αφεντικό, “Scuzi? Parlare mechanico per favore?” μου έγνεψε θετικά και τρέχοντας μέσα στο συνεργείο βρήκα ευτυχώς όλα τα ηλεκτρονικά ξηλωμένα πάνω στη σέλα. Χαμογέλασα, βγήκα έξω και σε 15 λεπτά ήρθε κι ο μηχανικός με τη μηχανή μου. Μου είπε ότι συμπλήρωσε ένα λίτρο λάδι και μάλιστα δεν το έγραψε για να μην με χρεώσουν. Αργότερα το φιλικό αφεντικό θα μου έλεγε ότι δεν χρέωσε το κόλλημα του στάντ, αλλά μόνο τη ντίζα.
(Πάντως σε έλεγχο στην Ελλάδα αποδείχθηκε ότι δεν ξαναέκαψε λάδια.)
Πλήρωσα, ευχαρίστησα, χαιρέτησα και έφυγα εν μέσω μποτιλιαρίσματος για το κάμπινγκ. Είχε πάει δώδεκα...
Σε μία ώρα είχα παρκάρει – βάλει μαγιό – πάρει τα της παραλίας – ψωνίσει νερά και κατέβει στην παραλία να βρω τους άλλους.
Συμπλήρωσα προφορικό δελτίο συμβάντος και έριξα ωραία βούτα στην αμμουδερή παραλία να φύγει ο ιδρώτας.
Κάπου απέναντι μου στα βόρεια θα ήταν η Ρώμη και λίγο ανατολικότερα το Stroboli. Δεν φαινόταν κανένα τους πάντως.
Ακολουθήσαμε τον Βασίλη στην διπλανή καντίνα που είχε σκιά, ποτά αλλά και μάσα. Με τις φωνές μας και τα γέλια προκαλέσαμε την περιέργεια των υπολοίπων – Ιταλών – τουριστών, μέχρι που μας έδειχναν με το δάχτυλο! Τελικά ο συμπαθητικός μπάρμπας της καντίνας μας ρώτησε τι γλώσσα μιλάμε , γιατί κανείς δεν την καταλαβαίνει και εξεπλάγη ευχάριστα όταν του είπαμε ότι ακούει Ελληνικά.
Αποφύγαμε τις ομπρέλες των 20€, και πήγαμε στην πισίνα του κάμπινγκ. Ωραιότατα. Κάτσαμε εκεί μέχρι σχεδόν το ηλιοβασίλεμα μόνοι μας, εγώ ο Νίκος ο Παύλος κι ο Πέρι αργότερα, καθώς οι υπόλοιποι κοιμόντουσαν για μεσημέρι. Ηρεμία, χαλάρωση, χαλάρωση και χαλάρωση. Το δικαιούμασταν.
Δικαιούμασταν και βόλτα στην Chefalu όμως, και μόλις ξύπνησαν όλοι κινήσαμε για περιήγηση στην πόλη.
Γραφικότατη, παραθαλάσσια, στημένη κάτω από βράχια – βλέπε Λεωνίδιο – τουριστικότατη αλλά χωρίς ανωμαλίες, με το τρένο της, την autostrada της, το λιμάνι της.... κομπλέ!
Παρκάραμε όσο πιο κεντρικά γινόταν, για ασφάλεια και χωθήκαμε στα καλντερίμια. Κόσμος να μπαλκόνια να χαζεύει άλλο κόσμο, αγαπημένη ασχολία των σικελών. Κόσμος να βολτάρει, να τρωει παγωτά μέσα σε τσουρεκάκια, να ψωνίζει ρούχα, να βγάζει φωτογραφίες, να κάνει διακοπές, να δουλεύει. Ζωντανός χώρος και καθόλου στημένος για τουρίστες. Η έτσι μου φάνηκε.
Χαζέψαμε την Τυρηναϊκή θάλασσα, τα σπίτια χτισμένα στα βράχια που σκαει το κύμα, τους νεόνυμφους που φωτογραφίζονταν με το ηλιοβασίλεμα, τα ζευγαράκια που χαμουρεύονταν στα βράχια, τις βιτρίνες των εστιατορίων τις πλατείες με τα τραπεζάκια και τους φοίνικες,
Με πολύ περιπλάνηση διαλέξαμε για φαγητό ένα εστιατόριο στην γωνία της κεντρικής πλατείας. Φαινόταν και ήταν καλό. Παραγγείλαμε πάλι τα πάντα με την βοήθεια του μαιτρ, και με τη συνοδεία μουσικής από την πλατεία – είχε μια μικρή μπάντα που έπαιζε ροκιές – απολαύσαμε τα ζυμαρικά μας, τα κρεατικά μας, το καρπάτσο μας (ωμά μαριναρισμένα θαλασσινά) αλλά και την ψιχάλα μας.
Οι μπύρες Baffo dOro δέσποζαν στο τραπέζι και τα πρώτα χασμουρητά φάνηκαν. Έπρεπε όμως να πάμε για ποτό, ο σερβιτόρος μας έστειλε σε μία βλακεία όπου ρουφήξαμε τα Mojito μας παρέα με το αφιλόξενο προσωπικό και νωρίς νωρίς πήγαμε για ύπνο.

Αύριο θα ήταν μια μεγάλη ημέρα για την ανθρωπότητα....


Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: