Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2008

Σικελία (Μέρος 8ο)

'Εβδομη μέρα.
Την έβδομη μέρα ο Θεός ξεκουράστηκε, αλλά εμείς θα κάναμε ακριβώς το αντίθετο. Υποεκτιμώντας τις αποστάσεις, σκοπεύαμε να φτάσουμε το απόγευμα στην Καλαβρία. Γι αυτό άλλωστε “κόψαμε” από το πρόγραμμα το κομμάτι SelinuntaPalermo.
Ξεκινήσαμε από το κάμπινγκ κατά τις έντεκα παρά κάτι. Θέλαμε να φτάσουμε στο Kalimera, το γνωστό ελληνόφωνο χωριό της Καλαβρίας.
Είχαμε μαζί έναν χάρτη δεκαετίας χωρίς δρόμους και χωριά και προφανώς δεν ξέραμε τι μας γινόταν καθώς ήμασταν αδιάβαστοι. Η Καλαβρία είναι η μύτη της μπότας και στο τακούνι βρίσκεται η Πουλία. Το Καλημέρα βρίσκεται στο τακούνι με άλλα ελληνόφωνα, αλλά γενικώς το Ασπρομόντε είναι διάσπαρτο τέτοια χωριά.
Αφού ξεμπλέξαμε με κάποια έργα στον παραλιακό, πήραμε την autostrada με κατεύθυνση τη Messina για να περάσουμε ξανά στην ηπειρωτική Ιταλία. Τα ίδια. Όλα μία ευθεία τα κάνανε οι άτιμοι οι ιταλοί. Τούνελ – γέφυρα – τούνελ – γέφυρα και τούμπαλιν. Μέχρι και τούνελ τριών και βάλε χιλιομέτρων με κατηφορική στροφή μέσα του πετύχαμε....
Στο ντάλα της Messina, ανασυνταχθήκαμε και επιβιβαστήκαμε στο ferry παρακαλώντας να μας βάλουν σε σκιά.
Σε 30 λεπτά ήμασταν ξανά απέναντι στην ηπειρωτική Ιταλία, στη μύτη της μπότας. Περάσαμε το Reggio Di Calabria αφού πρώτα χαθήκαμε και ευτυχώς φιλοτιμήθηκε ένας κύριος να μας πάει με το αυτοκίνητο του μέχρι την εθνική. Φύγαμε νότια για Pelaro με πρώτο στόχο την Bova Marina. Τίποτα το ιδιαίτερο εκτός από τις ταμπέλες με τα ονόματα δρόμων που ήταν δίγλωσσες. Στα Ιταλικά και τα ... Ελληνικά. Είχαμε φτάσει.
Στην πραγματικότητα όμως, είχαμε φτάσει απλά στο όριο μας. Έτσι έπρεπε να κάνουμε στάση. Κάτσαμε δίπλα σε μια πλατεία σε καφετέρια και με τσιγάρα καφέδες μπύρες και τηλέφωνα σε φίλους και γνωστούς μάθαμε την πικρή αλήθεια. Ημασταν πάρα πολύ μακριά από το Καλημέρα.
Για κάποιο λόγο - που ήμουν πολύ κουρασμένος για να μου εντυπωθεί – αποφασίσαμε να διανυκτερεύσουμε στην Amendolea (=αμυγδαλιά) καμιά 30αριά χιλιόμετρα από τη Bova Marina. Εκεί είχε camping.
Από εκεί θα έπρεπε είτε να φύγουμε πανικόβλητοι τα χαράματα της άλλης μέρας για να προλάβουμε το πλοίο, χωρίς περιθώρια για απρόοπτα, ή θα έπρεπε να συνεχίσουμε επί τόπου μέχρι τον Τάραντα ή κάποιο άλλο μέρος κοντά στο Bari ώστε να είμαστε άνετοι την τελευταία μέρα μας και να μην έχουμε πολλά χιλιόμετρα.
Αποφασίστηκε το πρώτο όπως είπαμε και πήγαμε στην Amendolea η οποία βρίσκεται στα όρια του εθνικού πάρκου του Aspromonte.
Ένα ωραίο χωριουδάκι με ωραία παραποτάμια διαδρομή μέχρι να φτάσεις εκεί (ξερό το ποτάμι) , με κάτι απίθανους γέρους σκνίπα που ήταν αδύνατον να συνεννοηθείς και με ωραιότατα δωμάτια σε πέτρινα σπιτάκια με αυλές και ωραία πρωινά με μαρμελαδάρες σπιτικές, αλλά... πλήρη.
Τρωμε το πακέτο μας λοιπόν και με την αποφασιστικότητα που μας διακρίνει ψηφίζουμε να φύγουμε επιτόπου με στόχο το Crotone (Κρότωνας) λίγο πάνω από το Catanzaro. Επιλέχθηκε ο παραλιακός δρόμος και το κονβόϊ ξεκίνησε. Ήταν πια μεσημέρι, τρώγαμε τη ντάλα και είχαμε αρκετά χιλιόμετρα μπροστά μας.
Αυτός ο δρόμος ήταν μονότονος, πέρναγε από άπειρα χωριά με φανάρια, κίνηση και τις ογκώδεις μηχανές να μας κουράζουν.
Κάναμε μία στάση για ανασύνταξη, αγοράσαμε ένα χάρτη για να καταλάβουμε τι μας γίνεται, επιβεβαιώσαμε τη διαδρομή μας, τσεκάραμε τους χρόνους και συνεχίσαμε προς τον Κρότωνα. Ήμουν πολύ κουρασμένος και έπρεπε να πιέζομαι για να ξεκλέβω μερικές ματιές για τα τοπία δεξιά αριστερά. Είδαμε συμπαθή λιμανάκια, πεταμένους Παρθενώνες στα βουνά, ελληνικά ονόματα εδώ κι εκεί...
Ο ήλιος έπεφτε, οι σκιές μάκραιναν, το φεγγάρι φαινόταν πια, τα φώτα ανάψανε, τα γυαλιά ηλίου μπήκαν στα τανκ-μπαγκ και νύχτα πια φτάσαμε στον Κρότωνα.
Οι γονείς του Κώστα μας είχαν δώσει θετική εικόνα αλλά η πρώτη εντύπωση ήταν απογοητευτική. Βιομηχανική ζώνη και στο καπάκι εργατικές πολυκατοικίες. Δεν αργήσαμε να βγούμε στην παραλία. Πανικός από βραδινή κίνηση, πασαρέλα στον πεζόδρομο, οι μηχανές με τα βεντιλατέρ να δουλεύουν υπερωρίες ως συνήθως και τα νεύρα μας τεντωμένα. Δεν συζητάγαμε για κάμπινγκ φυσικά. Έπρεπε όμως να βρούμε ξενοδοχείο. Η ώρα ήταν εννιά παρά και είχαμε κλείσει έντεκα ώρες στον δρόμο από τότε που φύγαμε από την Chefalu!
Παρκάραμε σε ένα άνοιγμα μέσα στον κόσμο και πάνω που θα στέλναμε απόσπασμα για να βρει ξενοδοχείο, ο Περικλής είχε πιάσει κουβέντα με δυο πιτσιρικάδες πάνω σε ένα σκούτερ, οι οποίοι και προσφέρθηκαν να μας οδηγήσουν σε ξενοδοχείο και μάλιστα με πάρκινγκ για τις μηχανές!
«Ωραία» σκεφτήκαμε, «όλοι οι κλέφτες του Κρότωνα θα ξέρουν που να χτυπήσουν απόψε» αφού οι πιτσιρικάδες μας βόλταραν σε όλη την πόλη και μας κόρναραν από διάφορα σημεία οι φίλοι τους.
Καταφέραμε όμως μετά από μερικές απόπειρες, να βρούμε δύο τετράκλινα στα όρια της πόλης. Ωραιότατο ξενοδοχείο, με ασφαλές πάρκινγκ που κλείδωνε και ησυχία.
Η – λίγο ούφο – ξενοδόχα, μας σύστησε και μια πιτσαρία «εδώ δίπλα είναι μην πάρετε μηχανάκια» στην οποία φάγαμε 46 πίτσες και 84 μπύρες, αλλά στην επιστροφή έπρεπε να ανέβουμε κάτι γαιδουροανηφόρες απίστευτες.
Καμιά φορά μετά από 11 ώρες οδήγημα θες να οδηγήσεις κι άλλο...
Ντουσάκι και ύπνο.

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: