Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Δουλειά και Διασκέδαση, επίσης.


Ο λεμονοστίφτης μου θύμισε κάτι από τα παλιά:

Την εποχή που σε μία από τις πρώτες μου δουλειές, συν τοις άλλοις αλώνιζα και την Ελλάδα, εγκαθιστώντας υπολογιστές, παραμετροποιώντας και εκπαιδεύοντας τους πελάτες στη χρήση τους και τις λειτουργίες ενός λογιστικού πακέτου που πουλούσαμε.


Στο "Χρονικό ενός αυτοκινούμενου τρόμου" είχα περιγράψει μία τέτοια μυστική αποστολή, στη βόρεια Ελλάδα.

Υπήρξαν όμως κι άλλες αποστολές - undercover πάντα.

Μια φορά είχα πελάτη στην Σκάλα Λακωνίας.


"Ναι Τσοκορέλε θα σε περιμένω το βράδυ,  έλα κατευθείαν στο μαγαζί, μη πας από το ξενοδοχείο, καθόμαστε μέχρι αργά."
"Μάλιστα Κε Πελατάκο, (σε 'άκος' τελειώνουν τα ονόματα τους εκεί) φεύγω κατά τις έξι από Αθήνα και θα τα πούμε το βράδυ."

Παίρνω το βανάκι, το φορτώνω, μια αλλαξιά, το νεσεσέρ και φεύγω. Φτάνω στη Σκάλα κατά τις 10 το βράδυ, ρωτάω, βρίσκω το μαγαζί, κλειστό. Κινητά δεν υπήρχαν τότε, κορνάρω, περιμένω λίγο και φεύγω για το ξενοδοχείο.
Το πρωί ξαναπάω στο μαγαζί, κλειστό.
Ρωτάω ένα τρακτέρ που πέρναγε, μου λέει "είναι στο άλλο μαγαζί, αυτό δεν το δουλεύει πια".
Οχι ρπμ, φεύγω - πάω στο άλλο.
Ανοιχτά - μπαίνω μέσα σα βρεμένη γάτα.
"Καλημέρα, είμαι ο Τσοκορέλος από Αθήνα για το πρόγραμμα που είχαμε μιλ" με κόβει.

(με τον τύπο έχω μιλήσει μόνο μία φορά στο τηλέφωνο έτσι;)

"Που 'σαι ρε Τσοκορέλε (ουρλιάζοντας) και σε περιμέναμε ψες βράδυ;; Εχασες ρε μαλακα. Πήγαμε στις πουτάνες, φύγαμε τα χαράματα - περάσαμε και γαμώ!!!"
Και για να πειστώ, γυρίζει και στους άλλους : "Εεε παιδιά;;;"

Ηταν η μόνη φορά που σταυροκοπήθηκα και από τότε έμαθα να κλείνω πρωινά ραντεβού.

Το μεσημέρι με πήραν δυο κολλητοί από Αθήνα - φεύγανε μετά τη δουλειά για Γιάννενα. Ηταν και Παρασκευή, του πέταξα τα μάνιουαλ στα μούτρα - "δεν είναι δύσκολο, είστε πανέξυπνος άνθρωπος και δεν θα έχετε πρόβλημα" - και ανέβηκα σφαίρα Αθήνα για να προλάβω τους άλλους.
Το βράδυ πίναμε τσίπουρα και γελάγαμε.




Μιαν άλλη φορά στη Ρόδο, ένας πελάτης είχε πάθει ζημιά κι έπρεπε να επεξεργαστώ τα δεδομένα του από την αρχή, μπλα μπλα μπλα, όλο το βράδυ μου πήρε στο ξενοδοχείο, φτάνει η ώρα εφτά το πρωί, είμαι με μηδέν ύπνο, τα μαζεύω κι επιστρέφω στο μαγαζί του λίγο έξω από την παλιά πόλη.
Σε λίγο έρχεται κι αυτός αγουροξυπνημένος, ανοίγει, στήνω πάλι τα συστήματα και κάνω να ξεκινήσω τη δουλειά, οπότε μου λέει:
"Τσοκορέλε, σούπα τρως;"
"Ε;"
"Σούπα τρως, λέω;"
"Εεεε... τρώω"
"Μάζευ'τα!"

Και με πάει εφτάμιση η ώρα το πρωί μέσα στην παλιά πόλη, σε ένα μικροσκοπικό πλατειάκι, με ένα μαγαζάκι με 5 τραπέζια έξω, που ήταν ανοιχτό από τις 5 το πρωί μέχρι τις 9 μόνο αν θυμάμαι καλά, με κριθαράκια με μυαλά, κάτι πατσάδες, βραστά, κοτόσουπες, ψαρόσουπες. Εγώ πήρα τα μυαλά με το κοκκινιστό κριθαράκι, γιατί τέτοιες ευκαιρίες δεν χάνονται.


Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, γιατί απλά το γόνατο πάει όλο και καλύτερα.
Στον Υμηττό σήμερα το ψιλόβροχο ήταν άκρως δροσιστικό, όχι όμως και η υγρασία όταν δεν φύσαγε, δεν είχα ενοχλήσεις και βγήκε και καλός ρυθμός. Δυστυχώς η μπόρα έσκασε με το που μπήκα σπίτι κι όχι πάνω στο βουνό.

Χαλάλι - Φθινόπωρο έχουμε, θα χορτάσουμε βροχή και λάσπες.

Τώρα, παρέα με τον Τζακ προσπαθούμε να διαλέξουμε μουσική, αλλά όσο περνάει η ώρα όλο και δυσκολεύει η απόφαση. Καταλαβαίνεις...

Τουλάχιστον καταλήξαμε στο κομμάτι:








Τώρα ζήσαμε καλύτερα!

2 σχόλια:

Ρειμόντ Αρμάντ Με Μαγιό είπε...

για φαντάσου να μην είχε αδυναμία στις πουτάνες ο μανιάτης αλλά να τον άναβαν οι περιποιημένοι πρωτευουσιάνοι εγκαταστάτες λογισμικού...

πάντα υπάρχει το χειρότερο! Καλη εβδομάδα τσόκο!

Chocorello είπε...

καλή βδομάδα Ρέι.

Λοιπόν σε ακρόαση γραφείου, Δευτέρας, τονίζω: Δευτέρας, εν μέσω κι άλλων απολύσεων και λοιπών εταιρικών τερτιπιών, ψηφίζω την 2η διασκευή, που μου ρίχνει την πίεση στα φυσιολογικά για την εποχή επίπεδα.

Είναι η εκτέλεση που θες να κλείσεις τα μάτια ξαπλωμένος στην αιώρα.

(να θυμηθώ να πάρω μανταλάκια)